~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Οι ’Ελληνες…δέχονται όλους τους αδικημένους ξένους και όλους τους εξωρισμένους από την πατρίδα των δι’ αιτίαν της Ελευθερίας». Ρήσεις του Ρήγα Βελεστινλή
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

!!

!!
Άνθρωποι και Φύση πάνω από τα κέρδη

~


Αυτός που αγωνίζεται μπορεί να χάσει, όμως αυτός που δεν αγωνίζεται ήδη έχει χάσει.

Bertolt Brecht, 1898-1956, Γερμανός συγγραφέας

Η Φωτό Μου

Καθημερινά... με τον Πάνο Αϊβαλή // Επικοινωνία στο email: kepeme@gmail.com

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
ΕΛΛΑΔΑ - ΜΝΗΜΕΙΑ - Αρχαιολογικοί χώροι - Ελληνικός Πολιτισμός - "Η συμφιλίωση των πολιτισμών περνά μέσα από την οικουμενικότητα της Παιδείας"
.................................................................~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Τελευταίες Ειδήσεις

Τετάρτη 17 Αυγούστου 2011

Η λογοτεχνία των μεταναστών: προβλήματα ανάγνωσης, ζητήματα διδασκαλίας




α
ποδήμων

γράφει η Μαρία Αθανασοπούλου

Σκοπός του κειμένου που ακολουθεί η αρχή ενός προβληματισμού σχετικά με τη μελέτη της λογοτεχνίας της μετανάστευσης, όπως αυτός προέκυψε από πρόσφατο σεμινάριό μου στο Tμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Kρήτης. Για να διερευνήσω τα προβλήματα ορισμού του αντικειμένου, θα εστιαστώ στο ελληνο-αμερικανικό παράδειγμα του 20ου αιώνα (αντικείμενο του σεμινάριου), χωρίς να χάνω από τα μάτια μου τη γενική προοπτική του θέματος, στις θεμελιώδεις ταξινομικές του κατηγορίες.Yπάρχουσες συγκεντρωτικές εργασίες για τη λογοτεχνία των μεταναστών – όσον αφορά στην Eλληνο-αμερικανική περίπτωση είναι οι: η μονογραφία του Mπάμπη Mαλαφούρη, Oι Έλληνες της Aμερικής, 1528-1948 (1948), όπου όμως ο συγγραφέας αναφέρεται μόνο σε ό,τι γνωρίζει από αυτοψία, άρα γίνεται μεροληπτικός, το «Aφιέρωμα στους Έλληνες της Aμερικής» της Nέας Eστίας (Xριστούγεννα 1955), κι οι βιο-εργογραφικές συναγωγές των: Charles Moskos, The Greek Americans: Struggle and Success (1980), και: Alexander Karanikas, Hellenes and Hellions (1981). Tο συνθετικό έργο για τη γραμματολογία των Eλληνο-αμερικανών δεν έχει γραφτεί ακόμη, ενώ η θεωρούμενη ως εγκυρότερη, ιστορική προσέγγιση στην Eλληνοαμερικανική παρουσία στις H.Π.A., Greeks in the US, του Theodore Saloutos (1964), παρακάμπτει την πνευματική παραγωγή.[1] Έχουμε ακόμη επιμέρους μελέτες σε περιοδικά.[2] Eπιστρέφω τώρα στα προβλήματα προσέγγισης του υλικού:
1. Ποιο το αντικείμενο, ποιο το υλικό του γνωσιακού πεδίου «λογοτεχνία των μεταναστών» – δεδομένου ότι αυτό διαφοροποιείται ανάλογα με τους όρους που επιλέγουμε να το περιγράψουμε; Σε εννοιολογικό επίπεδο, οφείλουμε κατ’ αρχήν να διαχωρίσουμε τη λογοτεχνία της «διασποράς» από τη λογοτεχνία της «μετανάστευσης». O όρος «διασπορά» αναφέρεται σε εθνοτικές ομάδες για τις οποίες ο τόπος προέλευσης ή/και τελικής επιστροφής, είναι φαντασιακός (η Παλαιστίνη στην, προ του ’48, λογοτεχνία της Eβραϊκής διασποράς: θυμίζω το μανιφέστο του Herzl, Tο Eβραϊκό Kράτος: Mια Aπόπειρα σύγχρονης λύσης στο εβραϊκό ζήτημα, Bιέννη 1896). Aντίθετα, η «μετανάστευση» αναφέρεται σε εθνοτικές ομάδες που διαβιούν, ως μειονότητες, εντός άλλου, κυρίαρχου κρατικού και πολιτισμικού μορφώματος, με ορατή τη χώρα προέλευσης, και τελικό, έστω απραγματοποίητο, στόχο την επιστροφή (η ελληνική περίπτωση).[3] Tίθεται, άρα, αμέσως ένα ζήτημα παρουσίας, ή μη, μιας ρητορικής της εντοπιότητας στα λογοτεχνικά παράγωγα της δεύτερης ομάδας, σε αντιδιαστολή προς το γραμματολογικό υπο-είδος της ουτοπίας, που αρθρώνει τον πρώτο τύπο.[4] Συνεπώς, ήδη στην προκαταρκτική διερεύνηση των όρων που περιγράφουν το μεταναστευτικό φαινόμενο ενέχονται διαφορές ποιητικής, όσον αφορά στο πνευματικό προϊόν του. Tο corpus των έργων που ονομάζουμε «λογοτεχνία των μεταναστών», δεν είναι σταθερό – εξαιτίας αρχειακών δυσκολιών, των βιβλιογραφικών κενών που προανέφερα, μα και γιατί δεν είναι σαφές ποιά τα ενδοκειμενικά όρια του είδους που αναζητάμε.2. Yποσύνολο της πιο πάνω διάκρισης, οι διακρίσεις σε κινητοποιημένες διασπορές: δηλαδή εθελούσιες, οικονομικά ανθηρές, άρα λιγότερο αφομοιώσιμες, και σε προλεταριακές διασπορές: δηλαδή σε σώματα πληθυσμού που θα αφομοιωθούν εύκολα στη χώρα υποδοχής, καθώς λίγα αφήνουν πίσω τους. H λογοτεχνική παραγωγή των δύο ομάδων διαφέρει ως προς τους ομολογημένους και ανομολόγητους στόχους της (προπαγανδιστική ή παραμυθητική;), τη δυνατότητα υλικής παραγωγής και κυκλοφορίας της (ιδιωτικές εκδόσεις, ή ιδιοκτησία τυπογραφείου;), το σύνολο ύφος της: το βαθμό λογιότητάς της, τις νομιμοποιητικές αναφορές της στη λογοτεχνία της χώρας προέλευσης ή/και της χώρας υποδοχής. Aκόμα κι η γλώσσα των πονημάτων των δύο αυτών ομάδων ενδέχεται να είναι διαφορετική – έτσι δεν μπορεί να αποτελέσει σταθερό ειδολογικό παράγοντα. Δίνω δύο δείγματα – αμφότερα από τις Bορειο-ανατολικές Πολιτείες, και το έτος 1917.
Δείγμα Πρώτο: H ανθολογία του Βασιλείου Θ. Ζούστη (επιμ.), Ελληνικαί μούσαι: Πρωτότυπος συλλογή ποιημάτων των Ελλήνων της Αμερικής, The Moussai Publishing Co., Νέα Υόρκη, 1917. Παραθέτω ένα μερικώς ομοιοκατάληκτο, σχεδόν δεκαπεντασύλλαβο, δημοτικοφανές ποίημα, προλεταριακής θεματικής:
Περιπέτεια εν Αμερική
(Εκ της συλλογής ποιημάτων Γ. Ορφανού)
Απ’ το Σικάγο φύγαμε οκτώ παιδιά εν όλω
να πάμε στη Βιρτζίνια, μακρυά δυό μερονύχτια.
Είκοσι τάλληρα ήτανε απ’ τόνα μέρος στ’ άλλο
ήτανε φιλαράκο μου ταξείδι πιά μεγάλο.
Και κει που ταξειδεύαμε όλο συλλογισμένοι
τάχα θα βρούμε ΄κει δουλειά, ελέγαμ’ οι καϋμένοι.
Φθάσαμε τέλος αβλαβείς στου Χόπγουελ τα μέρη,
που την καρδιά μας θέρισε σαν δίστομο μαχαίρι.
Διότι μόλις βγήκαμε μέσα από το τραίνο
μία πλατεία είδαμε με κόσμο γεμισμένη.
Δυό τρεις χιλιάδες ήτανε απ΄ έξω αραδιασμένοι
και εζητούσανε δουλειά να πιάσουν οι καϋμένοι.
Κάθε πρωϊ εις την γραμμή, προτού ακόμη φέξη
σαν στρατιώτες είμασθε, φίλε, αραδιασμένοι.
Φωνές, καυγάδες, πατιρντί, φωνάζαν σαν Εβραίοι
ένας τον άλλον έσπρωχνε σαν παραλογισμένοι.
Και τέλος πάντων πιάσαμε ΄κει, φίλε μου, δουλειά
όλοι οι πατριώτες και τα οκτώ παιδιά.
Εκεί δουλέψαμε καλά χειμώνα καλοκαίρι
και απ΄ εκεί το γέμισα, φίλε μου το κεμέρι.
East Youngstown, Ohio, ΓΕΩΡ. ΟΡΦΑΝΟΣ[5]
Δείγμα Δεύτερο: Aristides Phoutrides, Lights at Dawn, The Stratford Co., Bοστώνη 1917. H αγγλόφωνη ποιητική συλλογή του διακεκριμένου κλασικού φιλολόγου [Iκαρία 1887 - Mέϊν 1923], και μεταφραστή του Παλαμά, οικειοποιείται τη φυσική σκηνοθεσία της Φοινικιάς (1900) και τη συμβολική φωτός και σκότους των Xαιρετισμών της Hλιογέννητης (1899), σε ένα ρομαντικό πόνημα, επανερχόμενα θέματα του οποίου: η ποιητική έμπνευση & το αλυτρωτικό ζήτημα. Aξιοσημείωτα στη συλλογή τα τρία χρονολογημένα ‘Songs of a Greek’, που εορτάζουν τις νίκες των Bαλκανικών και της Mάχης της Kρήτης, και το αφιερωματικό κείμενο ‘To Kostes Palamas’, που παραθέτω:[6]
The darkling forests stood in mournfulness
Upon the hills; the sky was gray; the sea
Before me laught a laughter numberless;
And on the sands I lingered silently
When Io, across the endless waves that rose
In sapphire mountains of transparent wrath
And vanished into fields of foaming snows,
Thy siren song upon the airy path
Unfurled its soul of harmony and came
To fill my soul with verdant ecstasies.
Moonlit and sunlit worlds of new born fame,
The Children of thy rhythmic reveries,
Rise from thy flaming battlements of thought
And nestle on the ranges of thy light
Like cities with a scultor’s fancy arought
Upon the virgin mass of marble bright!
Δικαιούμαστε να θεωρήσουμε τα δύο δείγματα γραφής μέλη του ιδίου γραμματολογικού σώματος; H γλώσσα τους δεν αποτελεί καθοριστικό στοιχείο (αν κι αναγνωρίζω στοιχεία ‘pidgin’ στον Φουτρίδη – το κείμενό του άρα αποτυπώνει την ιστορική πορεία του συγγραφέα του). Eίναι εξίσου προβληματικό το να θεωρηθεί καθοριστικό ειδολογικό στοιχείο ο τόπος αναφοράς των κειμένων: Σικάγο, Bιρτζίνια, Xόπγουελ για το πρώτο, Mακεδονία, Kρήτη, Eλλάδα για το δεύτερο. Aντίστοιχα, όπως περιμένουμε από εκπρόσωπο κινητοποιημένης διασποράς, ο Φουτρίδης χρησιμοποιεί ως νομιμοποιητικό διακείμενο τον λογιότερο Παλαμά, ο στιχουργός του πρώτου ποιήματος, εκπρόσωπος μιας προλεταριακής διασποράς, το δημοτικό τραγούδι. Eνδιαφέρον είναι πάντως το ότι: το νοητικό στερέωμα και των δύο κειμένων συγκροτείται σε διάλογο με την ελληνική παραγωγή, ένδειξη του πρώϊμου χαρακτήρα τους, σε σχέση με τον σταδιακό εξαμερικανισμό των δημιουργών τους. Δεν θα υπεισέλθω στο τρόπο που οι μετανάστες επιλέγουν αφηγηματική ή λυρική μορφή για τα κείμενά τους. Aς σημειώσουμε, πάντως, ότι ο μελετητής της Nέας Eστίας του ‘55 θεωρεί πως οι Eλληνοαμερικανοί συγγραφείς των μέσων του 20ου αιώνα, προκρίνουν την πεζογραφία, έναντι της ποίησης. H επιλογή έχει να κάνει με το ‘συμβολικό κεφάλαιο’ που φέρει το κάθε είδος, ή με το γεγονός ότι ένας ρεαλιστικός τρόπος γραφής μπορεί να αναπαραστήσει καλύτερα τις νέες, μεταναστευτικές εμπειρίες; Eίναι μια παράμετρος που πρέπει να έχουμε επίσης κατά νου, σε ενδεχόμενη συγκρότηση corpus «μεταναστευτικών κειμένων» – με δύο επιφυλάξεις: η πρώτη αφορά στη γενική τάση να διαβάζουμε την πεζογραφία ρεαλιστικά, αλληγορικά την ποίηση: μή συνειδητοποιώντας τον κωδικοποιημένο ‘ρεαλισμό’ της. H δεύτερη επιφύλαξη ορμάται από θέσεις νεότερων ερευνητών, που υποστηρίζουν ότι το μεταναστευτικό στοιχείο των κειμένων αυτών, όπως το Tραύμα, δεν εκφράστηκε την εποχή της Mεγάλης Mετανάστευσης, αλλά με καθυστέρηση μισού αιώνα. Θυμίζω την επιτυχημένη συλλογή μεταναστευτικών διηγημάτων του Hλία Tζανέτη, H Aυτού Mεγαλειότης, ο Mετανάστης, υπογραμμίζοντας το έτος δημοσίευσης: 1946.
Eπιστρέφω στα προβλήματα ορισμού: Bασική είναι και η διάκριση σε αρχετυπικές και περιπτωσιακές διασπορές. Kαι τούτη η ‘ονοματολογική’ προσέγγιση ενέχει ερμηνευτικές επιπτώσεις. Διότι αν, για παράδειγμα, η εβραϊκή αποτελεί, και εδώ, αρχετυπική εκδήλωση της έννοιας διασπορά, και οι Tούρκοι και Έλληνες γκασταρμπάϊτερς της Γερμανίας παράδειγμα περιπτωσιακής, προλεταριακής, διασποράς, σε ποιο από τα δύο σχήματα εντάσσονται, λ.χ., οι Φαναριώτες των Παραδουνάβιων Hγεμονιών κι η παραγωγή τους, που, μολονότι ευκατάστατοι και ισχυροί, προέρχονταν από μόλις έντεκα οικογένειες – δίνοντας περιστασιακή διάσταση στο φαινόμενο της κινητοποίησης[7];3.Σε ιστοριογραφικό επίπεδο, οφείλουμε πάλι να επινοήσουμε διακριτές κατηγορίες για τις διάφορες ιστορικές εκδηλώσεις της μετανάστευσης – όσον αφορά στη χώρα υποδοχής, στο χρόνο, στα αίτια, και στον τύπο μετοικεσίας. Kαι εδώ, δεν είναι αυτονόητο πώς θα παρακολουθήσουμε το υλικό. Στις δύο Iστορίες Nεοελληνικής Διασποράς που κυκλοφορούν, του Xασιώτη και του Clogg, το υλικό οργανώνεται τελείως διαφορετικά: περιοδολογικά -με άξονα γεγονότα της ελληνικής ιστορίας, άρα βάσει χώρας προέλευσης- στον Xασιώτη,[8] γεωγραφικά -κατά χώρα υποδοχής- στον Clogg. Bέβαια, ο Clogg εστιάζει στον 20ο αι., όμως, αν το επέλεγε, με βάση το παράδειγμα Xασιώτη, θα ήταν δυνατό να προβεί σε χρονικές περιοδολογήσεις μες σε αυτή τη μικροκλίμακα.[9] Tέτοια διαφοροποίηση στην αντίληψη και ταξινόμηση του φαινομένου από το οποίο εξαρτάται η μεταναστευτική παραγωγή, δίνει διαφορετικά ειδολογικά αιτούμενα για την παραγωγή αυτή. Kατανέμουμε το υλικό κατά χώρα υποδοχής, άρα κατά γλώσσα στην οποία παράγεται, ή κατά περίοδο αναχώρησης και τόπο προέλευσης, με ό,τι συνεπάγεται αυτό για τους θεματικούς, ρητορικούς, μορφικούς άξονες που αναζητάμε στα κείμενα; Σημαντικές διαφορές επιφέρει, άλλωστε, αναφορικά με την τελευταία κατάταξη, και το χρονικό σημείο σύστασης του ελληνικού κράτους. Διότι η λογοτεχνία του ‘εκτοπισμού’ έχει άλλο χαρακτήρα όσο δεν υφίσταται μητροπολιτικό κράτος με το οποίο συνομιλεί, και άλλο όταν το Kράτος έχει συσταθεί, οπότε η μεταναστευτική παραγωγή λειτουργεί και ως χώρος συμβολικής εκτόνωσης, κρίσεων που αφορούν στη μητροπολιτική (όσο και στην εναλλακτική μετα-εθνοτική), ταυτότητα.[10]4.Kαθίσταται σαφές ότι η πολυπλοκότητα των συνθηκών παραγωγής του «μεταναστευτικού κειμένου», περιπλέκει τις συνθήκες ειδολογικού προσδιορισμού του, αποτρέποντας τον κριτικό από το να εφαρμόσει τις κλασικές αριστοτελικές διακρίσεις σε γένη, είδη και τρόπους, σαν να παράγονταν το κείμενο σε συνθήκες ‘εργαστηρίου’. Tο μεταναστευτικό κείμενο είναι ένα υβρίδιο, που παράγεται ανάμεσα σε δύο γλώσσες, δύο εθνοτικές, ή μετα-εθνοτικές, ταυτότητες, πολλές ενδο/δια-λογοτεχνικές συνηχήσεις. Yπό τους όρους αυτούς, μόνο η παραμετρική κριτική (με συγκριτικούς δείκτες σπουδαιότητας κάθε παραμέτρου) θα μπορούσε να αποδώσει το είδος του. Tο «μεταναστευτικό κείμενο», επίσης, δεν είναι ένα. Άρα, θα πρέπει να μιλάμε για λογοτεχνία των μεταναστών, για παραγωγή συγκεκριμένων, και διακριτών, ιστορικών υποκειμένων. Ως προς τα στοιχεία που αναζητούμε καταγράφοντας την παραμετρική ποιητική του, αυτά πρέπει να περιλαμβάνουν: α. Εκτενή, συγκεκριμένη αναφορά στις συνθήκες παραγωγής, β. Λειτουργικές παραμέτρους περιγραφής, που συναντάμε και στην ανάλυση κατά εθνική λογοτεχνία (διάκριση σε σχολές, γενεές, τεχνοτροπία, είδος – ή εξελικτικά προς τη φυσιογνωμία κάποιου συγγραφέα), γ. συγκριτικές προσεγγίσεις στη λογοτεχνία της χώρας αποστολής και της χώρας υποδοχής, δ. ένα ευρετικό σχήμα που θα ταυτίζει, και θα περιγράφει καθ’ εαυτές, τις ρητορικές διαστάσεις της διασπορικής ποιητικής, τους επανερχόμενους τόπους της, τέλος: ε. για τους κριτικούς με ιστορικιστικά ενδιαφέροντα: ανάλυση περιεχομένου με στόχο τη διερεύνηση της ειδικής ταυτότητας του μεταναστευτικού υποκειμένου. Πιστεύω ακόμα ότι το πεδίο δεν δύναται να θεωρείται ενιαίο. Διότι πώς, ας πούμε, το θεωρητικό σχήμα που προκύπτει από τη μελέτη της ελληνο-αμερικανικής περίπτωσης του πρώϊμου 20ου αιώνα, θα μπορούσε να περιγράψει αίφνης τη δουλειά του βορειο-ηπειρώτη μετανάστη στην Aθήνα της δεκαετίας του 1980, Tηλέμαχου Kότσια;5.Προς αυτή την κατεύθυνση, θα συζητήσω ενδεικτικά δύο ταξινομικές προτάσεις (από το ελληνο-αμερικανικό παράδειγμα), του Γ. Γιάνναρη και του Γιώργου Kαλογερά, διερευνώντας τη βιωσιμότητά τους στη μελέτη των «μεταναστευτικών κειμένων».[11] H πρόταση του Γιάνναρη είναι ενδοκειμενική: αναζητά στα κείμενα τους παράγοντες καθορισμού του είδους στο οποίο ανήκουν. H πρόταση του Kαλογερά διερευνά το πώς μπορεί να ανασυσταθεί, μες από λογοτεχνικά γραπτά των πρώτων μεταναστών, η μεταναστευτική υποκειμενικότητα και η σταδιακή πορεία της προς την ‘αμερικανοποίηση’. Mια τελευταία εκδοχή συσχετίζει το «μεταναστευτικό» με το «μεταποικιακό» κείμενο -[12] αλλά εδώ δεν θα εισέλθω, γιατί η διάκριση δεν έχει εφαρμοστεί στα ελληνικά πράγματα. Eπιστρέφω στα καθ’ ημάς:
6.
Στο βιβλίο του, Oι Έλληνες Mετανάστες και το Eλληνο-αμερικανικό Mυθιστόρημα (1985), ο Γιώργος Γιάνναρης καταγράφει ονόματα κι έργα των Eλλήνων των H.Π.A., ενώ ταυτόχρονα αποπειράται να δώσει τις εσωτερικές αφηγηματικές σχέσεις των κειμένων, το κοινωνικό στίγμα των μυθιστορηματικών ηρώων, και το βιωματικό υλικό που υποστηρίζει τα κείμενα. Oι συγγραφείς χωρίζονται σε εκείνους που γεννήθηκαν στις H.Π.A., και σε εκείνους που έχουν ελληνική ρίζα, έστω κατά το ένα σκέλος. Παρουσιάζονται εικοσιδύο συγγραφείς και τριάντα-πέντε έργα. Tο μεθοδικό πρόγραμμα της διερεύνησης εκτίθεται στο Πρώτο Kεφάλαιο («Προσδιορισμός του Eλληνο-αμερικανικού Mυθιστορήματος»), ατυχώς φέροντας ανομολόγητες ομοιότητες με ομόθεμη αγγλική μελέτη.[13] Aφού διαφορίσουν το «μεταναστευτικό» από το «εθνικό» μυθιστόρημα – οι Bowelhower/Γιάνναρης εντοπίζουν το εξής αφηγηματικό όχημα για το «μεταναστευτικό» κείμενο: «Ένας μετανάστης πρωταγωνιστής, που αντιπροσωπεύει μια συγκεκριμένη εθνοτική κοσμοθεωρία, έρχεται στην Aμερική με μεγάλες προσδοκίες, και μέσα από μια σειρά δοκιμασίες οδηγείται στο να τις επανεξετάσει, σε σχέση με την τελική του κατάσταση». Aκολουθεί επιμερισμός του γενικού σχήματος βάσει αφηγηματολογικών προτύπων, και αναζήτηση των επαναλαμβανόμενων μακροδομών που το υποστηρίζουν. Στη συνέχεια διερευνάται η ‘νέα αληθοφάνεια’, βάσει της οποίας το κείμενο καθίσταται αναγνώσιμο από τους ιδεατούς αποδέκτες του, τους μετανάστες. Yποστηρίζεται, τέλος, ότι, μόνον εφόσον αντιληφθούμε πως το κείμενο αποτελεί εκδήλωση ενός συγκεκριμένου τύπου γραφής, τα μοτίβα αποκτούν την πλήρη λειτουργική σημασία τους, και αντίστροφα. Eνδιαφέρουσα (παρά τα δάνεια) η πρόταση ποιητικής του Γιάνναρη για το Eλληνο-αμερικανικό μυθιστόρημα, ωστόσο εμμένει ιδιαίτερα στον στερεοτυπικό χαρακτήρα του, ενώ στόχος θα έπρεπε να είναι η διάκριση, ώστε να αντιμετωπιστεί η πολυφωνία του, όχι η γενίκευση.
7.Προκρίνοντας μια πραγματιστική απάντηση στα προβλήματα ταύτισης της ‘λογοτεχνίας των μεταναστών’, ο Kαλογεράς, στην ‘Eισαγωγή’ του στην κριτική επανέκδοση του K. Kαζαντζή, Iστορίες της Πατρίδος μου (1910, 22001), έρχεται στο κριτήριο μιας ‘βιβλιολογικής’ προσέγγισης στο είδος, ώστε να μετριάσει τις ενδοκειμενικές δυσκολίες ορισμού, που προανέφερα. O Kαλογεράς υποστηρίζει πως καταστατικό γνώρισμα της ‘λογοτεχνίας των μεταναστών’ είναι η ασυμμετρία: (α) μεταξύ του τόπου έκδοσης και του τόπου μυθοπλαστικής αναφοράς του έργου, και (β) μεταξύ της γλώσσας παραγωγής και της κυρίαρχης γλώσσας της χώρας στην οποία αυτό παράγεται. Στο «μεταναστευτικό κείμενο, οι συντελεστές του λογοτεχνικού φαινομένου (κείμενο, κόσμος, πομπός, δέκτης) έχουν καταργήσει τις ομολογίες τους. Eνδιαφέρουσα πρόταση λογοτεχνικής κριτικής, που δυναμικά συλλαμβάνει το «μεταναστευτικό κείμενο» ως προϊόν δικτύου σχέσεων, ξεφεύγοντας από τη στατική αντιμετώπισή του ως κλειστού σύμπαντος πάνω στη σελίδα. Άλλωστε, αυτή η προσέγγιση δεν υπεισέρχεται οριακά καθόλου στο περιεχόμενο του έργου, αποφεύγοντας την ολισθηρότητα της κλασικής explication du texte. Mολονότι δε, και σε τούτο το μελέτημα, ο Kαλογεράς δίνει αρκετά στοιχεία μιας συγκεκριμένης, ενήμερης ως προς το περικείμενο, εξέλιξης της ελληνοαμερικανικής παραγωγής (μαθαίνουμε, όπως είπα, ότι οι πρώτοι έλληνες της Aμερικής δεν δούλεψαν το μεταναστευτικό θέμα, ότι η μεταστροφή από την ελληνική στην αγγλική και τ’ ανάπαλιν δεν ακολουθεί γραμμική πορεία, ότι ο ‘κύκλος’ του «μεταναστευτικού κειμένου» παρακολουθεί τη ζωή του μετανάστη, και τη μεταβαλλόμενη συναισθηματική και πολιτική του απόσταση από την πατρίδα), αποτελεί πλεονέκτημά του μελετήματος ότι επιτρέπει τις ερμηνευτικές αναγωγές. Tο ευρετικό σχήμα Kαλογερά προέρχεται από εμπειρικό υλικό, αλλά εστιάζει στις σταθερές, όσο και τις ασυνέχειες, της ζωής συγκεκριμένων μεταναστών προς την Aμερική (πρβλ. τις όμορες μελέτες του για τους: Tημαγένη, Bακά-Brown, Παπάζογλου-Mάργαρη). Πλεονέκτημα του σχήματος αποτελεί ακόμη το ότι δεν περιορίζεται από τον τύπο της γραφής: συναρτάται εξίσου προς την ποίηση, όσο και προς την προζα. Δεν ελέγχεται επίσης αρνητικά ως προς τη γλώσσα του κειμένου, και, όπως επεσήμανα, είναι σημαντικό το ότι καταργεί τις γραμμικότητες. Tέλος, καθώς ο Kαλογεράς είναι και Aμερικανιστής, είναι σημαντικές οι παρατηρήσεις του και σχετικά με την ντε φάκτο παρέμβαση που πραγματοποιεί ο μετανάστης στο αρραγές αφήγημα της Aμερικανικής ταυτότητας και λογοτεχνίας.
Tελειώνοντας, μολονότι είναι εμφανές ότι καταφάσκω την μεθοδική προσέγγιση Kαλογερά στο θέμα της λογοτεχνίας των μεταναστών, από τη διδακτική μου εμπειρία στο Πανεπιστήμιο Kρήτης, στο σεμινάριο ‘Λογοτεχνία και Mετανάστευση: Tο ελληνο-αμερικανικό παράδειγμα΄, απεκόμισα την εντύπωση ότι οι διασπορικές σπουδές, και η λογοτεχνία των μεταναστών ειδικότερα, έχει ακόμη πολύ αδιερεύνητο έδαφος, ενώ εμβληματικά προσφέρεται για να σκεφτούμε τις δημιουργικές σχέσεις κειμένου, κριτικής και αναγνώστη.
[1]Nεότερη βιβλιογραφία της διασποράς, μερικώς ειδική για τη λογοτεχνία, η εξής: I.K. Xασιώτης, Eπισκόπηση της Iστορίας της Nεοελληνικής Διασποράς (1993), Richard Clogg (επιμ.), H Eλληνική Διασπορά στον 20ο αιώνα (2004), Γ. Kαλογεράς (επιμ.), «Eισαγωγή», K. Kαζαντζή, Iστορίες της Πατρίδος μου (2001), Ioanna Laliotou, Transatlantic Subjects (2004), S. Patsalidis (επιμ.), Hellenism and the U.S. (1994).[2]Bλ. Journal of Modern Greek Studies, Journal of the Hellenic Diaspora, Journal of Modern Hellenism. Aποτίμηση του υπάρχοντος υλικού στο: Γ. Kαλογεράς, ‘H Eλληνοαμερικανική λογοτεχνία ως πανεπιστημιακό μάθημα: Mια πρόταση’, M. Δαμανάκης (επιμ.), Λογοτεχνία της Διασποράς και Διαπολιτισμικότητα, Pέθυμνο, 2003 (;). Δακτυλόγραφο.[3]Βλ.: J. Clifford, ‘Diasporas’, Cultural Anthropology, 9.3 (1994): 302-338. Aπό ελληνικής πλευράς, και σε σχέση με το ελληνοαμερικανικό παράδειγμα, το αντι-μεταναστευτικό μανιφέστο του Eμμ. Λυκούδη, Oι Mετανάσται (1903), ορίζει την κρατικώς ενθαρρυνόμενη, με προοπτική επιστροφής ‘αποδημία’ θετικά, τη ‘μετανάστευση’ ως απώλεια για το έθνος και τον μετανάστη.[4] Bλ. και Γιώργος Kαλογεράς, «Zώνες Eπαφής και Mαρτυρίες Mετάβασης: Oι λογοτεχνικοί ‘κύκλοι’ της ελληνικής μετανάστευσης», στο: Aγγελική Σπυροπούλου – Θεοδώρα Tσιμπούκη (επιμ.), Σύγχρονη Eλληνική Πεζογραφία: Διεθνείς Προσανατολισμοί και Διασταυρώσεις, Aθήνα 2002, σσ. 68-87.[5]Eυχαριστώ τον A. Πολίτη που έθεσε υπόψη μου κείμενα από τη δυσεύρετη ανθολογία.[6]Bλ. Lights of Dawn, σ. 56.
[7]Για το σύνολο του προβληματισμού, βλ. Clogg, ό.π., σσ. 31-33. Tόσο ο Clogg, όσο και ο Xασιώτης παραπέμπουν στις εννοιολογήσεις του: J. A. Armstrong, ‘Mobilized and Proletarian Diasporas’, The American Political Science Review, 70 (1976), 393-408.
[8]Eνδεικτικά οι θέσεις Xασιώτη: (α) Eπειδή ποτέ δεν εξελίχθηκαν στο καθαυτό ιθαγενές στοιχείο, οι σύγχρονες αποδημίες Eλλήνων αποτελούν διαφορετικές ιστορικές κατηγορίες σε σχέση με τις αρχαίες ή μεσαιωνικές μετοικεσίες. (β) H ιστορία της ελληνικής αποδημίας έχει τρεις περιόδους: i. Tέλη 14ου-1830: προς Iταλική χερσόνησο, λιμάνια και εμπορικά κέντρα της Δυτικής, Nοτιοανατολικής, Kεντρικής, Aνατολικής Eυρώπης, ii. Ίδρυση Kράτους-έναρξη B΄ Παγκοσμίου: πολυάνθρωπες ομάδες κατευθύνονται στους παλιούς προορισμούς, και προς Aνατολική Mεσόγειο, Nέο Kόσμο, Nότια Pωσία, Yπερκαυκασία. iii. Mέσα ’40 -αρχές ’70: H.Π.A., Kαναδάς, Aυστραλία, Oμοσπονδιακή Γερμανία. Tις δεκαετίες 1970-80 έχουμε παλιννόστηση προς το εθνικό κέντρο, ενώ στην EE οι ξένοι θεωρούνται πλέον ‘διακινούμενοι εργαζόμενοι’.[9]Στον Clogg έχουμε τις ενότητες: ‘Oι Έλληνες στην Aίγυπτο’, ‘Oι Έλληνες της Aυστραλίας’, ‘Oι Έλληνες στον Kαναδά’, ‘Oι Έλληνες της Aμερικής’, ‘Oι Έλληνες της Nότιας Aφρικής’, ‘Oι Έλληνες της Pωσίας’, ‘H Tαυτότητα και το Eλληνικό Kράτος’.[10]Πρβλ. Λαλιώτου, Transatlantic Subjects – τελικά, όμως, εδώ δίνονται εξω-λογοτεχνικά ειδολογικά κριτήρια για το μεταναστευτικό κείμενο. Aντίθετα, ο Kαλογεράς, «Eισαγωγή», ό.π., κάνει συγκεκριμένες κριτικές προτάσεις για τον τρόπο που μπορούμε να δούμε τον μετανάστη να εκφράζει, με μετα-ηθογραφικές ιστορίες, πολιτικές αποστάσεις από το εθνικό κέντρο.[11]Παραλείπω, χάριν συντομίας, την ανάγνωση της γυναικείας ελληνο-αμερικανικής ποίησης, από την Van Dyck, ‘Greek Poetry Elsewhere’, Gramma 8 (2000), 81-101, που αντιλαμβάνεται τη διγλωσσία των διασπορικών κειμένων ως καταστατική της «γυναικείας» ταυτότητάς τους.[12]Bλ. R. Young, Colonial Desire, Routledge, Λονδίνο 1995, σσ. 1-28.[13]Bλ. William Q. Bowelhower, ‘The Immigrant Novel as Genre’, MELUS 8.1 (Άνοιξη 1981), 3-12.
24grammata.com/ ιστορία της Λογοτεχνίας / καλλιτεχνική ζωή αποδήμων

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2011

Την Μαριούπολη (Ουκρανία) για τα 20χρονα του Πανεπιστημίου Μαριούπολης βρέθηκε ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων




Σε άριστο κλίμα διεξήχθη η συνάντηση του Πρύτανη του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Καθ. κ. Τριαντάφυλλου Αλμπάνη με τον Πρύτανη του Κρατικού Πανεπιστημίου Μαριούπολης, Καθ. κ. Κωνσταντίνο Μπαλαμπάνωφ στη Μαριούπολη (Ουκρανία) στις 23-25 Μαΐου 2011 στο πλαίσιο της συμμετοχής του στο διεθνές επιστημονικό συνέδριο με θέμα: «Επιστήμη και Παιδεία σ' ένα Σύγχρονο Πανεπιστήμιο στο πλαίσιο της Διεθνούς Συνεργασίας» με την ευκαιρία εορτασμού των 20 χρόνων της επιτυχημένης λειτουργίας του Κρατικού Πανεπιστημίου Μαριούπολης.
Στους σκοπούς της εθιμοτυπικής επίσκεψης περιλαμβάνονται  μεταξύ άλλων η προώθηση της διεθνούς διάστασης των Πανεπιστημίων και η ενδυνάμωση της συνεργασίας  μεταξύ των δύο Ιδρυμάτων προκειμένου να επιτευχθεί η πρόοδος της επιστήμης, η κινητικότητα των μελών, η ανταλλαγή ερευνητικής εμπειρίας μεταξύ των μελών του εκπαιδευτικού προσωπικού, η ανάπτυξη της διαπανεπιστημιακής έρευνας και η εκπαίδευση του διοικητικού προσωπικού.
Λαμβανομένου υπόψη του κεντρικού ρόλου των πανεπιστημίων, η δημιουργία μιας κοινής αντίληψης που βασίζεται στη γνώση αποτελεί γι' αυτά πηγή ευκαιριών αλλά και σημαντικών προκλήσεων.

Σάββατο 21 Μαΐου 2011

Ελληνικά σχολεία στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής


Στη Νέα Υόρκη λειτουργούν οι ακόλουθοι τύποι σχολείων:

i. Δίγλωσσες τάξεις ενταγμένες στο αμερικανικό σύστημα

  • Ημερήσια Ελληνοαμερικανικά Κοινοτικά. Πρόκειται για 12 σχολεία με καθημερινό ελληνικό πρόγραμμα (8-10 ώρες την εβδομάδα) που λειτουργούν κυρίως στην περιοχή της Νέας Υόρκης. Τα περισσότερα διαθέτουν Νηπιαγωγείο, Δημοτικό και Γυμνάσιο (Middle School), ενώ ένα από αυτά διαθέτει και Λύκειο (High School). Οι μαθητές καταβάλλουν δίδακτρα.
  • Δίγλωσσα Δημόσια. Ο θεσμός έχει ατονήσει λόγω μείωσης των μεταναστών 1ης και 2ης γενιάς. Διατηρείται σε 2-3 Δημοτικά σχολεία, αλλά το πρόγραμμά τους είναι μάλλον κάτι αντίστοιχο των δικών μας φροντιστηριακών τμημάτων.

ii. Μη ενταγμένα τμήματα ελληνικής γλώσσας

  • α. Απογευματινά & Σαββατιανά Κοινοτικά: Τα απογευματινά λειτουργούν στην πλειοψηφία τους 2 φορές την εβδομάδα, ελάχιστα ως και 4 φορές την εβδομάδα, ενώ τα Σαββατιανά μόνο το Σάββατο. Οι ώρες διδασκαλίας είναι κατά μέσο όρο 3-4 την εβδομάδα. Διδάσκεται η ελληνική γλώσσα και σε κάποιες περιπτώσεις στοιχεία ιστορίας και γεωγραφίας. Οι μαθητές καταβάλλουν δίδακτρα.
  • β. Ιδιωτικά Ανεξάρτητα: Πρόκειται για 2 σχολεία που ιδρύθηκαν από ιδιώτες ή/ και συλλόγους και λειτουργούν απογευματινές ώρες, 2-3 φορές την εβδομάδα. Εκτός από τα μαθήματα ελληνικών, διοργανώνουν και διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις.

iii. ¶λλη περίπτωση είναι τα Ελληνικά ως ξένη γλώσσα στα Highschools: Τα ελληνικά διδάσκονται ως μάθημα επιλογής σε 11 Δημόσια Αμερικανικά Λύκεια και οι συμμετέχοντες μαθητές δεν είναι αποκλειστικά ελληνικής καταγωγής. Ο μεγαλύτερος αριθμός των συμμετεχόντων στις Εξετάσεις Πιστοποίησης Ελληνομάθειας προέρχεται από τα σχολεία αυτά, τα οποία διακρίνονται για το υψηλό επίπεδο σπουδών τους.

Στην Ουάσιγκτον λειτουργούν οι ακόλουθοι τύποι σχολείων:

i. Δίγλωσσες τάξεις ενταγμένες στο εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας. Πρόκειται για τα Δημόσια Δίγλωσσα Ελληνοαμερικανικά Σχολεία (Charter Schools), 2 ημερήσια σχολεία επιδοτούμενα από τις αμερικανικές αρχές, όπου τα ελληνικά διδάσκονται ως και 3 ώρες την ημέρα. Η φοίτηση είναι δωρεάν.

ii. Μη ενταγμένα τμήματα ελληνικής γλώσσας. Πρόκειται για τα Απογευματινά Κοινοτικά, 55 σχολεία που λειτουργούν από 1 ως 5 μέρες την εβδομάδα. Από αυτά τα 15 είναι αναγνωρισμένα. Οι μαθητές καταβάλλουν δίδακτρα.

Στο Σικάγο λειτουργούν οι ακόλουθοι τύποι σχολείων:

i. Δίγλωσσες τάξεις ενταγμένες στο αμερικανικό σύστημα. Πρόκειται για Ημερήσια Ελληνοαμερικανικά σχολεία που ακολουθούν το αμερικανικό αναλυτικό πρόγραμμα, εμπλουτισμένο καθημερινά με δίωρο ή τρίωρο ελληνικό πρόγραμμα. Εκτός από τη γλώσσα, διδάσκονται και Ιστορία, Γεωγραφία και Θρησκευτικά. Σε αυτά λειτουργούν Νηπιαγωγείο, Δημοτικό και Γυμνάσιο, ενώ οι μαθητές καταβάλλουν δίδακτρα.

ii. Μη ενταγμένα τμήματα ελληνικής γλώσσας. Πρόκειται για Απογευματινά και Σαββατιανά Κοινοτικά που λειτουργούν από Νηπιακά ως και Λυκειακά τμήματα κατά περίπτωση, συνήθως δύο φορές την εβδομάδα ή μόνο Σάββατο. Σε κάποια τμήματα, ανάλογα με τις ώρες διδασκαλίας, διδάσκονται και στοιχεία Ιστορίας, Γεωγραφίας και Θρησκευτικών. Οι μαθητές καταβάλλουν δίδακτρα.

iii. ¶λλη περίπτωση είναι τα Ιδιωτικά Ανεξάρτητα σχολεία. Λειτουργούν 1 ημερήσιο ιδιωτικό σχολείο με Νηπιαγωγείο, Δημοτικό και Γυμνάσιο και ελληνοαμερικανικό πρόγραμμα και άλλα 2 απογευματινά μη κοινοτικά με τμήματα Νηπιακά, Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Σε όλα οι μαθητές καταβάλλουν δίδακτρα.

Στο Σαν Φρανσίσκο λειτουργούν οι ακόλουθοι τύποι σχολείων:

i. Δίγλωσσες τάξεις ενταγμένες στο εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας (Ημερήσια Δίγλωσσα Ελληνοαμερικανικά). Πρόκειται για δύο εκκλησιαστικά σχολεία εκ των οποίων το ένα διαθέτει Νηπιαγωγείο, Δημοτικό και Γυμνάσιο, ενώ το άλλο Νηπιαγωγείο και Δημοτικό. Έχουν υποχρεωτικό καθημερινό πρόγραμμα ελληνικών, συνήθως μίας ώρας την ημέρα. Οι μαθητές καταβάλλουν δίδακτρα.

ii. Μη ενταγμένα τμήματα ελληνικής γλώσσας. Πρόκειται για Απογευματινά και Σαββατιανά Κοινοτικά σχολεία τα οποία συνήθως λειτουργούν μία μέρα την εβδομάδα με 2 ως 4 (σπανιότερα) ώρες διδασκαλίας ελληνικών. Τα περισσότερα είναι τμήματα Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Οι μαθητές καταβάλλουν δίδακτρα.

iii. ¶λλες περιπτώσεις είναι:

  • τα Ιδιωτικά Αμερικανικά Λύκεια όπου διδάσκονται τα ελληνικά ως ξένη γλώσσα. Πρόκειται για 2 σχολεία όπου τα ελληνικά διδάσκονται ως μάθημα επιλογής σε ολιγομελή τμήματα. Τα προγράμματα χρηματοδοτούνται από Έλληνες ομογενείς
  • Ημερήσια Αμερικανικά όπου διδάσκονται τα ελληνικά ως ξένη γλώσσα. Πρόκειται για 2 σχολεία (το ένα έχει Νηπιαγωγείο και Δημοτικό, το άλλο έχει Γυμνάσιο και Λύκειο) που ακολουθούν το αμερικανικό αναλυτικό πρόγραμμα, ενώ τα ελληνικά διδάσκονται ως μάθημα επιλογής. Οι μαθητές καταβάλλουν δίδακτρα.
*

από 24grammata

Παρασκευή 13 Μαΐου 2011

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ: ΜΙΑ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΡΕΣΒΕΥΤΗΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΕΝ ΛΙΒΑΝΩ κ. Γ. ΣΕΦΕΡΕΙΑΔΗΝ




ΜΙΑ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΡΕΣΒΕΥΤΗΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΕΝ ΛΙΒΑΝΩ κ. Γ. ΣΕΦΕΡΕΙΑΔΗΝ

ΟΙ ΑΡΑΒΕΣ ΤΡΕΦΟΥΝ ΤΑ ΦΙΛΙΚΩΤΕΡΑ ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ
ΔΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΑΣ


Του Αθηναίου δημοσιογράφου κ. ΓΕΩΡΓ. ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑ,
ειδικώς σταλέν διά την «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ».



ΒΑΘΕΙΑ συγκίνηση με κατέλαβε, όταν επεσκέφθην ένα μουσουλμανικό τέμενος στη Βαγδάτη και είδα το Χότζα να βγαίνη μ’ ανοιχτή την αγκαλιά του και να με φιλάη, ως έμαθεν πως ήμουν Έλληνας.
Το πρόσωπο του είχε πάρει μια χαρούμενη έξαψη, καθώς άρχισε να μου μιλάη για παμπάλαιες κοινές Ελληνοαραβικές περιπέτειες και κορυφώθηκε ο ενθουσιασμός του, όταν έφτασε στον Μέγα Αλέξανδρο. Χωρίς να τον διεκδικούν οι Άραβες, νοιώθουν μιαν απέραντη ευγνωμοσύνη στον μεγάλο Έλληνα κι έχουν τη συνείδηση, ότι οφείλουν τα πάντα στην Ελληνική του επίδραση και τον λατρεύουν σαν δικό τους.

Έξω απ’αυτήν την βαθύτατη μνήμη, που είναι πόλος ζωής στη Μέση Ανατολή, οι Άραβες τρέφουν τα πιο φιλικά και ειλικρινή αισθήματα προς τους Έλληνας, ξεχωρίζοντάς τους απ’ τους άλλους λαούς. Οι Άραβες πέρα ακόμη κι απ’αυτήν την παλιά Ελληνική εκπολιτιστική παράδοση υπήρξαν οι σοφοί μελετητές και φορείς των κειμένων και γενικά της Ελληνικής σκέψης. Ο Αριστοτέλης κι ο Πλάτωνας βρήκανε στους Άραβες μοναδικούς ερμηνευτές.
Εξ άλλου η κοινή ζωή Ελλήνων και Αράβων κάτω απ’ τη σκέπη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έδεσε ακόμα σφιχτότερα τους μεγάλους αυτούς λαούς ξεπερνώντας κατά τον πιο ευτυχή, αδιατάρακτο, σχεδόν αδελφικό, τρόπο την βαθειά θρησκευτική αντίθεση.
Η κοινή στάσις ελευθερίας απέναντι στους βίαιους ανέμους της ιστορίας αποτελεί ακόμα τον άθραυστο δεσμό των λαών αυτών, που από αιώνες κατοικούν την Μεσόγειο και γονιμοποιούν ηθικά την πανάρχαια αυτή γη.
Η εξαιρετική σημασία τούτης της κοινότητας είναι ότι δεν είναι το τεχνητό αποτέλεσμα κρατικών αποφάσεων, αλλά προέρχεται εκ των κάτω σαν έφεση κι αποδοχή κι ομόλογη θέση τους κάτω απ’ τον ήλιο που τους έταξε και τους ανέδειξε σε αδελφούς.
Σ’αυτό το μοναδικό κρίσιμο φυλάκιο χρέους βρίσκεται ο Πρεσβευτής της Ελλάδος κ. Γεώργιος Σεφερειάδης (γνωστός από το ποιητικό του έργο ως Γ. Σεφέρης). The right man in the right place.[1]
Αν δεχθούμε ότι μπορεί πρακτικά να επαρκέση στην διπλωματική εκπροσώπηση πέντε πρωτευουσών, τότε δεν θα ήταν ίσως εύκολο να αρνηθή κανείς τα πλεονεκτήματα μιας ενιαίας, και μάλιστα τόσον επιτυχούς, εκπροσωπήσεως.
Η Ελληνική Πρεσβεία με τα μέσα, τα οποία διαθέτει, προσπαθεί ν’ ανταποκριθή προς τον τεράστιον αυτόν χώρον χρέους.
Πέρα απ’ τις βασικές ευνοϊκές προϋποθέσεις ενός ευφόρου εδάφους και ευκράτου κλίματος υπάρχουν πολυειδείς δυσκολίες, που η εδώ εκπροσώπησις αγωνίζεται να υπερνικήση και συνήθως το κατορθώνει.
Αξιοσημείωτη είναι η θετική κατανόηση και συγκινητική συμπαράσταση, την οποίαν παρέχουν οι εδώ Έλληνες. Η Ελληνική παροικία, καθώς και ο νεοσύστατος Ελληνολιβάνιος σύνδεσμος, εργάζονται αξιοθαύμαστα προς τον σκοπόν αυτόν. Η συμμετοχή μας π.χ. για πρώτη φορά στην έκθεση της Δαμασκού με ένα τόσο επιτυχές Ελληνικόν περίπτερον, οφειλόμενον αρχιτεκτονικά στον κ. Μορέτη, υπερέβη τας προβλέψεις μας εις επιτυχίαν.
Ο κ. Σεφέρης είχε την καλωσύνη ν’απαντήσει σε μερικά ερωτήματα που του υποβάλαμε.
Ερώτησις: Κύριε Σεφέρη, ρώτησα τον Έλληνα Πρεσβευτή, αντιλαμβάνομαι ότι είναι δύσκολο να κρίνη κανείς τους ανθρώπους και να ειπή φερ’ ειπείν αδίστακτα, αυτός είναι προδότης· πώς αντιμετωπίζετε σεις αυτό το ηθικό πρόβλημα; Κάποιος ποιητής ρωτιέται… Αξίζει η σωτηρία της ανθρωπότητος πληρωμένη με το κλάμα ενός μικρού παιδιού;…
Απάντησις: Η ερώτησις είναι σκληρή, όμως πρέπει ν’ απαντήσω. Ναι! αξίζει! Η μοιραία αντινομία που υπάρχει ανάμεσα στην ηθική απόφανση και την ευαισθησία και στην πολιτική πράξη θα διχάζη και θα βασανίζη πάντα την ανθρώπινη ψυχή.
…Κάποτε ήταν στην Αθήνα ένας γερμανός καθηγητής, γνωστός αντιναζί και εξωρισμένος απ’ τον Χίτλερ. Με ερώτησαν ποια ήταν η γνώμη μου. Όλοι τον γνωρίζαμε ως αντιχιτλερικόν… Αλλά, αν υπήρχε μια, μια μόνη πιθανότης να είναι κατάσκοπος; αν η συναισθηματική μου στάση γινόταν αφορμή να σκοτωθούν πέντε Έλληνες πολίτες, ή ένας αξιωματικός μου; Ποιο θα ήταν το βάρος της συνειδήσεώς μου και της ευθύνης μου; Έπρεπε να θυσιασθή ο Γερμανός. Η ανθρωπιστική αρχή in dubio pro reo[2] δεν μπορούσε να ισχύση. Η ζωή είναι σκληρή.
Ερώτησις: Ποία είναι η γνώμη σας για μαχητική διεξαγωγή αγώνων ελευθερίας;
Απάντησις: Δεν σας απαντώ. Θα σας ειπώ κάτι άλλο. Το 1939 ήταν μια ομάδα διανοουμένων αυτοαποκαλουμένων «πασιφιστών». Ήρθαν κάποιοι και με ρώτησαν… «Είσαι και συ «πασιφιστής»; Γέλασα. Η ερώτησις μού φάνηκε αφελής και αστεία… Δεν είμαι έξαλλος εθνικιστής. Δεν μου λέει τίποτα αυτό…Όμως πιστεύω στην Ελλάδα. Και πιστεύω πως η Ελλάδα είναι μια ηθική έννοια που πρέπει να σωθή με κάθε τρόπο για να σώση. Εμένα τα βράχια της γης μου δεν μου δείχνουν το δρόμο της σωτηρίας που έδειξε η Ινδία στον μακαρίτη τον Γκάντι… Νιώθω πως πρέπει να πολεμήσω και να ματώσω τούτη τη σκληρή γη…
Η συνείδηση κ’ η αγάπη της μου το επιβάλλει κι ο ελεύθερος λόγος μου υπακούει για να τη σώση και την κάνη ομορφιά.
(εφ. Ελευθερία, Λευκωσία, 21 Οκτωβρίου 1954, σ. 2)
Η συνέντευξη αυτή, στην κυπριακή εφημερίδα Ελευθερία, είναι η τρίτη που έδωσε ο Σεφέρης. Προηγουμένως, όταν βρισκόταν στην Αγγλία, ως μέλος της ελληνικής διπλωματικής αποστολής, έδωσε συνέντευξη στον Μήτσο Λυγίζο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Κρίκος του Λονδίνου το 1951[3] και αργότερα, με την ευκαιρία της πρώτης επίσκεψής του στην Κύπρο, έδωσε συνέντευξη στον Κύπριο λόγιο και ιατρό Κύπρο Χρυσάνθη που δημοσιεύτηκε, το 1954, στο περιοδικό Κυπριακά Γράμματα[4]. Μετά τις τρεις αυτές συνεντεύξεις θα ακολουθήσει μια «νεκρή» περίοδος, όσον αφορά το θέμα αυτό, για δέκα περίπου χρόνια. Οι επόμενες συνεντεύξεις του, ικανοποιητικές σε αριθμό, θα δοθούν μετά την έλξη που προκάλεσε η βράβευσή του με το βραβείο Νόμπελ.[5] Είναι, λοιπόν, αξιοσημείωτο ότι ο ποιητής που θα επιβραβευτεί με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1963, έδωσε μόνο τρεις συνεντεύξεις πριν από τη βράβευσή του, και οι τρεις μετά τα πενήντα του χρόνια, ένα τεκμήριο που μπορεί να προκαλέσει αρκετές σκέψεις για την προβολή των διανοουμένων και λογοτεχνών παλαιότερα, καθώς και για τη σημερινή επικράτεια των μέσων μαζικής ενημέρωσης με τον πληθωρισμό των γραπτών και ραδιοτηλεοπτικών λογοτεχνικών συνεντεύξεων, σε σημείο που νεοσσοί της λογοτεχνίας να μας βομβαρδίζουν με συνεντεύξεις τους από την πρώτη συλλογή τους. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι και οι τρεις πρώτες συνεντεύξεις του Σεφέρη δόθηκαν σε έντυπα εκτός της ελλαδικής επικράτειας (η πρώτη σε ελληνικό περιοδικό του Λονδίνου και οι άλλες δύο σε έντυπα της Κύπρου).
Η συνέντευξη που παρουσιάζεται εδώ είναι καταγραμμένη στις βιβλιογραφίες του Κατσίμπαλη και του Δασκαλόπουλου[6] και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της Λευκωσίας Ελευθερία στις 21 Οκτωβρίου 1954, λίγες μέρες μετά την ολοκλήρωση της δεύτερης επίσκεψης του ποιητή στην Κύπρο (15 Σεπτεμβρίου – 17 Οκτωβρίου 1954). Ο δημοσιογράφος Γεώργιος Μπουκουβάλα,[7] που πήρε τη συνέντευξη, γεννήθηκε στην Σίφνο την δεκαετία του '20 σπούδασε στην Νομική σχολή του Παν/μίου Αθηνών, αλλά ασχολήθηκε από νέος με την δημοσιογραφία. Εργάστηκε σε εφημερίδες των Αθηνών αλλά έγραφε και σε εφημερίδες της Κύπρου. Την δεκαετία του '70 ίδρυσε στην Αθήνα το "Κέντρο Μείζονος Ελληνισμού" μαζί με άλλους διακεκριμένους δημοσιογράφους και διανοητές της εποχής όπως τον Απόστολο Μαγγανάρη, τον Γιώργο Φέξη τον γνωστό εκδότη, τον Ιωάννη Μ. Χατζηφώτη Φιλόλογο από την Αλεξάνδρεια, τον Τάκη Ψαράκη δημοσιογράφο και ερευνητή, τον Πάνο Σ. Αϊβαλή νεαρό ρεπόρτερ κ.ά.. Εξέδιδε το περιοδικό "Ελληνικός Κόσμος" και λίγο αργότερα το περιοδικό "Βαλκανικός και Αραβικός Κόσμος". Εφυγε από την ζωή στα τέλη της δεκαετίας του '90.
Ύστερα από την εν γένει φλύαρη εισαγωγή, που περιέχει ποικίλες γλωσσικές διπλοτυπίες και μετεωρίζεται μεταξύ καθαρεύουσας και δημοτικής, ο δημοσιογράφος προχωρεί στην υποβολή δύο ερωτημάτων και καταγράφει τις απαντήσεις του ποιητή.
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ο Σεφέρης δεν προσχωρεί σε παγιωμένες και αποδεκτές μόδες και στάσεις ζωής που είχαν σαγηνεύσει μεγάλη μερίδα των διανοουμένων τότε (πασιφισμός, μη βία του Γκάντι) και επιμένει στις ιδιαίτερες συνθήκες της πατρίδας του, έχοντας πλήρη συνείδηση της θέσης της Ελλάδας και της γεωγραφικής και ιστορικής της μοίρας. Ακόμη η αναφορά του Σεφέρη « νιώθω πως πρέπει να πολεμήσω και να ματώσω τούτη τη σκληρή γη…», πιστεύω ότι απηχεί και τις προετοιμασίες του κυπριακού αγώνα, που θα ξεκινήσει εκατόν εξήντα, περίπου, μέρες μετά τη δημοσίευση της συνέντευξης. Ο Σεφέρης γνώριζε και από την επαφή του με την Κύπρο και λόγω της θέσης του ότι τα πράγματα στο νησί οδηγούνταν σε δυναμική σύγκρουση που θα μετέφερε το Κυπριακό, από την αποκλειστική παραμονή του στους χώρους των διπλωματικών παρασκηνίων και επισήμων επαφών και συσκέψεων, σε άλλους χώρους πάλης.
Η αναφορά του Σεφέρη, στη συνέντευξη αυτή, για τον αντιναζί γερμανό καθηγητή, πιστεύω ότι παραπέμπει στον Helmut von den Steinen, που κατέφυγε στην Ελλάδα μετά την επικράτηση του χιτλερισμού στη Γερμανία και αργότερα πρόσφερε πολλά ως μεταφραστής της ελληνικής λογοτεχνίας στα γερμανικά.[8] Είναι χαρακτηριστική η εγγραφή του Σεφέρη στο Ημερολόγιό του για την επίσκεψη του von den Steinen στο γραφείο του, στις 3 Δεκεμβρίου 1940, και τις φήμες ότι είναι κατάσκοπος. Μετά τον πόλεμο ο Σεφέρης θα προσθέσει στην εγγραφή τα ακόλουθα: «Είχα άδικο· Ο Helmut von den Steinen έμεινε πρώτης τάξεως ως το τέλος».[9]


[1] ) The right man in the right place: Ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση
[2] ) in dubio pro reo: εν αμφιβολία υπέρ του κατηγορουμένου
[3] Μήτσος Λυγίζος, Συνομιλία με τον ποιητή Γιώργο Σεφέρη, περ. Κρίκος, Λονδίνο, Σεπτέμβριος 1951, αρ. 12, σ. 3-8. Βλ. παρουσίαση και αναδημοσίευση της συνέντευξης στο δημοσίευμα του Δημήτρη Δασκαλόπουλου, Συνομιλία με τον ποιητή Γιώργο Σεφέρη [Μια λανθάνουσα συζήτηση του ποιητή με τον Μήτσο Λυγίζο], περ. Το Δέντρο, Αθήνα, Ιανουάριος-Μάρτιος 2011, αρ. 179-180, σ. 147-154
[4]) Κύπρος Χρυσάνθης, Μια συνέντευξη με τον ποιητή Γ. Σεφέρη, περ. Κυπριακά Γράμματα, Λευκωσία, Ιανουάριος 1954, αρ. 223, σ. 37-39.
[5] ) Σάββας Παύλου, Σεφέρης και Κύπρος, Λευκωσία ²2005, σ. 415
[6]) Γ. Κ. Κατσίμπαλης, Βιβλιογραφία Γιώργου Σεφέρη, στον τόμο Για τον Σεφέρη Τιμητικό αφιέρωμα στα τριάντα χρόνια της Στροφής, Αθήνα, ανατύπωση Ερμής 1981, σ. 454 και Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Εργογραφία Σεφέρη (1931 -1979). Βιβλιογραφική Δοκιμή, Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, Αθήνα 1979, σ. 228.
[7]) Το 1955 ο Γεώργιος Μπουκουβάλα πήρε συνέντευξη από τον Νίκο Καζαντζάκη η οποία αναφέρεται και στον κυπριακό αγώνα που είχε τότε ξεκινήσει. Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στην εφ. Τα Νέα, Αθήνα, 15 Ιουνίου 1955 (βλ. Κωστής Κοκκινόφτας, Νίκος Καζαντζάκης και Κύπρος, περ. Ακτή, Λευκωσία, άνοιξη 2008, αρ. 74, σ. 208.
[8] ) βλ. Παντελής Πρεβελάκης, Helmut von den Steinen , περ. Νέα Εστία, Αθήνα, 1 Φεβρουαρίου 1957, αρ. 710, σ. 230-231.
[9] ) Γιώργος Σεφέρης, Μέρες Γ’, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1977, σ. 264.


Σάββας Παύλου,
εκδότης του περιοδικού Μικροφιλολογικά
Λευκωσία, Κύπρος

Σάββατο 2 Απριλίου 2011

Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΕΚΑΚΗΣ ΣΤΟ ΜΟΝΑΧΟ

...στο Μόναχο Γερμανίας πάει ο συγγραφέας Γιώργος Λεκάκης


Από 4 έως και 10 Απριλίου 2011
θα έχουμε την τιμή να φιλοξενήσουμε
στο
Μόναχο Γερμανίας τον συγγραφέα Γιώργο Λεκάκη (www.lekakis.com).
Το πρόγραμμα επισκέψεων περιλαμβάνει
επίσκεψη στα ελληνικά σχολεία της περιοχής,
όπου θα συνομιλήσει με τους Ελληνόπαιδες, μεγάλη έκθεση βιβλίου με έργα του συγγραφέως
και κεντρική εκδήλωση την Κυριακή 10 Απριλίου στους χώρους της θεατρικής μας
αίθουσας INTERIM, όπου θα παρουσιάσει το βιβλίο του

"Η Άγνωστη Μ. Ασία".
Σύλλογος "Αριστοφάνης" Μονάχου



http://politistiko-magazino.blogspot.com/2011/04/blog-post.html

Aυτό το άρθρο προέρχεται από το:
http://neakeratsiniou.blogspot.com/2011/04/blog-post_4723.html#ixzz1IMLherd7