~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Οι ’Ελληνες…δέχονται όλους τους αδικημένους ξένους και όλους τους εξωρισμένους από την πατρίδα των δι’ αιτίαν της Ελευθερίας». Ρήσεις του Ρήγα Βελεστινλή
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

!!

!!
Άνθρωποι και Φύση πάνω από τα κέρδη

~


Αυτός που αγωνίζεται μπορεί να χάσει, όμως αυτός που δεν αγωνίζεται ήδη έχει χάσει.

Bertolt Brecht, 1898-1956, Γερμανός συγγραφέας

Η Φωτό Μου

Καθημερινά... με τον Πάνο Αϊβαλή // Επικοινωνία στο email: kepeme@gmail.com

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
ΕΛΛΑΔΑ - ΜΝΗΜΕΙΑ - Αρχαιολογικοί χώροι - Ελληνικός Πολιτισμός - "Η συμφιλίωση των πολιτισμών περνά μέσα από την οικουμενικότητα της Παιδείας"
.................................................................~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Τελευταίες Ειδήσεις

Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2018

Γιώργος Ξ. Ματζουράνης «Μας λένε γκασταρμπάιτερ» τιμητική εκδήλωση το Σάββατο 18 Αυγούστου, στη Σίφνο

ΠΕΡΙΔΙΑΒΑΙΝΟΝΤΑΣ
Ετσι χτίστηκε το γερμανικό «θαύμα»


*Με αφορμή τη συμπλήρωση ενός χρόνου από τον θάνατο του Ματζουράνη, 
ο Πολιτιστικός Σύλλογος του Δήμου Σίφνου, απ’ όπου καταγόταν, θα πραγματοποιήσει το  Σάββατο 18 Αυγούστου, ώρα 20.30, τιμητική εκδήλωση
 στο Πολιτιστικό Κέντρο «Μαριάνθη Σίμου» στον Αρτεμώνα,

Ο Γιώργος Ξ. Ματζουράνης σε τιμητική εκδήλωση 
για τον ίδιο τον Απρίλιο του 2016 βιβλίο, εκδόσεις, Γερμανία

γράφει ο 
Δημήτρης Γκιώνης *
​Υπήρξε μια πολυσχιδής προσωπικότητα ο Γιώργος Ξ. Ματζουράνης, που έφυγε από τη ζωή πριν από ένα χρόνο (26 Αυγούστου 2017), στα 82 του, καταθέτοντας σημαντικό έργο: δημοσιογράφος–ερευνητής, λογοτέχνης, κριτικός βιβλίου – μα, πάνω απ’ όλα ειλικρινής, έντιμος, διακριτικός. Με σπουδές στο Πάντειο και στη Γερμανία, πολυταξιδεμένος, πολυβραβευμένος και πολυμεταφρασμένος – άνθρωπος κατά τα πάντα χρήσιμος και πρωτοπόρος, κυρίως σε θέματα σχετικά με τη μετανάστευση σε Γερμανία και Αφρική.

Το εξώφυλλο του βιβλίου για τους «γκασταρμπάιτερ» | 

Η δικτατορία τον βρήκε στη Γερμανία. Επιστρέφοντας το 1974 έπιασε δουλειά στην «Αυγή» ως υπεύθυνος βιβλίου, καθώς και σε ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές. Παράλληλα γράφοντας κι ο ίδιος βιβλία (περί τα δέκα) που είχαν μεγάλη απήχηση. Μερικοί τίτλοι: «Σημείον επαφής» (διηγήματα), εκδ. Κοχλίας 1964, «Uhurou – Eλευθερία» (διηγήματα), εκδ. Κέδρος 1974, «Ελληνες εργάτες στη Γερμανία γκασταρμπάιτερ» (έρευνα – αποκάλυψη), εκδ. Gutenberg 1974, «Μας λένε γκασταρμπάιτερ» (μαρτυρίες), εκδ. Θεμέλιο 1977, «Τα παιδιά του Νότου» (έρευνα – μαρτυρίες), εκδ. Gutenberg 1990, «Ανάμεσα σε δυο κόσμους» (έρευνα), εκδ. Καστανιώτη 1995, «Οπου κι αν είμαι, ξένος» (ιστορίες των γκασταρμπάιτερ), εκδ. Καστανιώτη 2000.

Ευγνώμονες…

Θα συνεχίσω με αυτούς που δημιούργησαν, μετά τη συντριβή του ναζισμού, το γερμανικό «θαύμα», όπως τα καταγράφει ο Ματζουράνης μ’ ένα απόσπασμα από τον πρόλογο του βιβλίου του «Ελληνες εργάτες στη Γερμανία (γκασταρμπάιτερ)»:
«Το μεγάλο γεγονός του έτους 1965 στη Γερμανία: Η άφιξη του εκατομμυριοστού ξένου εργάτη. Υποδοχή στο σιδηροδρομικό σταθμό. Λόγοι, δώρα, αναμνηστικό μετάλλιο (μπρούτζινο). Ο εκπρόσωπος της κυβέρνησης: Οι ξένοι εργαζόμενοι συμβάλλουν αποφασιστικά στο γερμανικό οικονομικό θαύμα.
»Το έτος 1970 συμπληρώνεται το δεύτερο εκατομμύριο ξένων εργατών. Πάλι γεγονός μέγα. Πάλι υποδοχή στο σταθμό, λόγοι, δώρα. Ο εκπρόσωπος της κυβέρνησης: Οι ξένοι συμβάλλουν αποφασιστικά στην ευημερία της Γερμανίας. Εχουν την ευγνωμοσύνη μας και τους θεωρούμε ισότιμους συμπολίτες.
»Το έτος 1973 ακόμα πεντακόσιες χιλιάδες ξένοι εργάτες. Μαζί με τα μέλη των οικογενειών τους ξεπερνούν τα τρία εκατομμύρια. Ο εκπρόσωπος της κυβέρνησης: Οι ξένοι συμπολίτες είναι απαραίτητοι για την οικονομία μας. Χωρίς αυτούς θα αντιμετωπίζαμε την καταστροφή. Τους ευγνωμονούμε.
»365 μέρες το χρόνο αφίξεις νέων μεταναστών. 365 μέρες το χρόνο οι αρμόδιες υπηρεσίες υποδέχονται, καταγράφουν και διανέμουν αυτό το ανέλπιστο δώρο των μεσογειακών χωρών προς τη Δ. Γερμανία. Δεν είναι μετανάστες, όπως εκείνοι που φεύγουν στις υπερπόντιες χώρες. Δεν είναι μετακινούμενοι εργάτες, όπως εκείνοι των χωρών της Κοινής Αγοράς που αλλάζουν χώρα εργασίας όπως εμείς γειτονιά. Δεν έχουν μόνιμη διαμονή, μόνιμη εργασία, πολιτικά δικαιώματα. Είναι δημιούργημα των υψηλότερων κατακτήσεων του καπιταλισμού. Είναι οι “γκασταρμπάιτερ”.

Χωρίς δικαιώματα

»Που σημαίνει: Ερχονται από το Νότο. Είναι φτωχοί και πειθαρχικοί. Τους είναι αρκετό ένα συμβόλαιο ταχτικό με μεροκάματο για να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους, να ’ρθουν στη Γερμανία. Να εγκαταλείψουν το σπίτι τους για να χωθούν σ’ ένα κοινόβιο. Να εγκαταλείψουν την οικογένειά τους, τους συγγενείς και φίλους και να βρεθούν, ξένοι, ανάμεσα σε 60 εκατομμύρια ξένους. […] Προσφέρονται φτηνότερα από τα λαχανικά, τα φρούτα και τα καπνά. Ταξιδεύουν τράνζιτο, χωρίς τελωνειακό έλεγχο. Προσφέρουν τα πάντα χωρίς να δικαιούνται τίποτα.

»Ανάμεσα στις χώρες που εφοδιάζουν τη Γερμανία με εργατικά χέρια η Ελλάδα σε σχέση με τον πληθυσμό της κατέχει μόνιμα το προβάδισμα και με σημαντική διαφορά απ’ όλες τις άλλες στην εξαγωγή αυτού του προϊόντος»…

*Με αφορμή τη συμπλήρωση ενός χρόνου από τον θάνατο του Ματζουράνη, ο Πολιτιστικός Σύλλογος του Δήμου Σίφνου, απ’ όπου καταγόταν, θα πραγματοποιήσει το ερχόμενο Σάββατο 18 Αυγούστου, ώρα 20.30, τιμητική εκδήλωση στο Πολιτιστικό Κέντρο «Μαριάνθη Σίμου» στον Αρτεμώνα, με ομιλητές τους: Μήτσο Κασόλα, συγγραφέα, Ελένη Τορόση, δημοσιογράφο – συγγραφέα, Νίκη Αϊντενάιερ – Αναστασιάδη, επίτιμη διδάκτορα του Τμήματος Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Χανς Αϊντενάιερ, καθηγητή της Μεσαιωνικής και Νεοελληνικής Φιλολογίας (φιλέλληνας και συνιδρυτής με τη σύζυγό του, του εκδοτικού οίκου Ρωμιοσύνη, με σκοπό τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας στον γερμανόφωνο χώρο).

____________

Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2018

Εφτά χρόνια στο εξωτερικό: και άντε πάλι ένα νέο ξεκίνημα

ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ

baggage-7 years abroad
Το ξέρω, κάπου σας έχω ζαλίζει. Κάθε που ξεκουνιέμαι, γράφω κι ένα κείμενο. Και αυτό ακριβώς είναι το θέμα μου αυτή τη φορά: το employee mobility, που λέμε και στο χωριό μου.
Μόλις έκλεισα ένα χρόνο στην Πράγα, ήρθε η ώρα να ξαναφύγω. Κάνοντας μια σύντομη αναδρομή, πριν καν βρω σπίτι στην Πράγα, είχα ήδη κάνει δύο επαγγελματικά ταξίδια. Για τους επόμενους περίπου οχτώ μήνες ταξίδευα σχεδόν κάθε βδομάδα. Στο τέλος του χρόνου, το κοντέρ έδειξε 98 πτήσεις και κάτι δεκάδες χιλιάδες αεροπορικά μίλια. Κάποια στιγμή, σκέφτηκα σοβαρά αν άξιζε να ξενοικιάσω και να μένω σε AirBnB και ξενοδοχεία.
Ήταν ωραία η φάση, δεν παραπονέθηκα ποτέ. Μου αρέσουν τα ταξίδια και ειδικά οι πτήσεις. Ίσως κάποιοι έχουμε γεννηθεί με ένα μικρόβιο φυγής που κάθε τόσο βρίσκει διέξοδο σε κάτι διαφορετικό: στο διάβασμα, στο γράψιμο, σε μικρές σχέσεις, σε ταξίδια. Είναι μια απόδειξη ότι δεν επιζητούν όλοι οι άνθρωποι την σταθερότητα. Ή τουλάχιστον, δεν την επιζητούν με την ίδια επιμονή, ή εμμονή, που την επιζητούν άλλοι.
Όσο και αν μου άρεσε όμως όλη η διαδικασία, όταν γυρνάς από ταξίδι και βάζεις πλυντήριο στις 11 το βράδυ, και μαζεύεις τα απλωμένα για να τα βάλεις στην βαλίτσα για να ξαναφύγεις το πρωί, ε, κάπου κουράζεσαι. Κάπου σου λείπει ένα πρωινό στο σπίτι σου, ένα φαγητό που έχει βγει από κατσαρόλα και όχι από φούρνο μικροκυμάτων ή από μπουφέ. Κάπου νοσταλγείς να βγάλεις τα ρούχα σου από την ντουλάπα και όχι από την βαλίτσα.
Πάνω που με κούρασαν τα πολλά ταξίδια, περιορίστηκαν. Άρχισα να περνάω περισσότερο χρόνο στην Πράγα, όπου ήμουν ήδη 8 μήνες, χωρίς να έχω ιδιαίτερες γνωριμίες πέρα από αυτές που έχουν όσοι δεν ανήκουν πουθενά. I’m a passenger, and I ride and I ride, που λέει και ο Iggy Pop. Και όπως με είχαν κουράσει τα ταξίδια, άρχισε να με κουράζει η Πράγα. Μια πανέμορφη πόλη, η οποία όμως δεν με είχε κερδίσει, όπως δεν σε κερδίζει ένας όμορφος άνθρωπος όταν δεν ταιριάζουν οι χημείες σας.
Πλέον, είχαν αλλάξει και στα επαγγελματικά οι ισορροπίες. Στο πρώτο μου κείμενο αναρωτιόμουν  “Ποιο είναι το νόημα να είσαι μετανάστης και ό,τι βγάζεις να το δίνεις;”Αυτό προφανώς είχε αλλάξει, πλέον έβαζα και τους δικούς μου όρους στο τραπέζι. Ένας λόγος γι’ αυτό ήταν ότι όταν εμφανίστηκε η κατάλληλη ευκαιρία, την άρπαξα. Μου ζήτησαν να αλλάξω χώρα και το έκανα. Μου ζήτησαν να ταξιδεύω κάθε βδομάδα και το έκανα. Με κόστος και στον κοινωνικό και στον συναισθηματικό τομέα. Κάτι κερδίζεις, κάτι χάνεις. Employee mobility, είπαμε.
Αυτά που κέρδισα τότε, μπορούσα τώρα να τα εξαργυρώσω. Ζήτησα να φύγω από την Πράγα και μου είπαν να διαλέξω ανάμεσα σε Μόναχο, Λονδίνο και Λουξεμβούργο. Διάλεξα Λονδίνο. Ο τελευταίος χρόνος με είχε διδάξει κάτι για τον εαυτό μου, και θα το πω στα αγγλικά γιατί ακούγεται πιο gangsta: I play to win. Δεν είχα καταλάβει ποτέ ότι ήμουν ανταγωνιστικός. Κοιτώντας πίσω, έχει νόημα, γιατί δεν τα παράτησα ποτέ. Παίζω για να κερδίσω ή δεν παίζω καθόλου. Ήθελα να γυρίσω λοιπόν στο Λονδίνο ως νικητής, για να το ζήσω με τους δικούς μου όρους.
Το έκανα. Επέστρεψα πριν ένα μήνα, με 32 κούτες και ένα μάθημα ζωής που θα το κάνω τατουάζ στο μέτωπο και θα το ψιθυρίζω την ώρα που ψυχορραγώ:

Work hard and be nice to people.

Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να πραγματοποιήσεις τις φιλοδοξίες σου, ή “τα όνειρά σου” αν είσαι λίγο πιο ρομαντικός. Μένω στην εταιρεία που είμαι γιατί, ένα χρόνο μετά, με έχει πετάξει στα βαθιά και μου λέει κολύμπα, σε ένα project τέτοιας κλίμακας που δε θα μπορούσα να κάνω πουθενά αλλού. Δουλεύω πολύ, δουλεύω την ώρα που τρώω, δουλεύω την ώρα που πάω στην δουλειά, δουλεύω την ώρα που βγαίνω για ποτό, και δουλεύω τόσο, γιατί ξέρω πως αυτή την στιγμή σπέρνω για να καθίσω αργότερα στην καρέκλα μου και να περιμένω να ανθίσουν οι σπόροι.
Αν μου έλεγαν πριν φύγω από Ελλάδα “θα δικαιωθείς μετά από χρόνια, είσαι σίγουρος ότι θες να το κάνεις;”, θα μειδίαζα σαρκαστικά και θα έκανα check-in. Και εδώ είναι που γίνομαι λίγο κυνικός με ανθρώπους που με προσεγγίζουν επειδή θέλουν να φύγουν για το εξωτερικό και αφού μου πουν την ιστορία τους, με ρωτούν: “Τι με συμβουλεύετε να κάνω;”
Μία φορά μόνο απάντησα “αν σου πω να μην φύγεις, θα μείνεις στην Ελλάδα άνεργη;” Κυνικό και σκληρό, το ξέρω, αλλά αν σε πτοεί μια τέτοια απάντηση, ίσως να μην τα καταφέρεις σε μια χώρα όπου δεν έχεις κανένα δίχτυ ασφαλείας.
Στην Ελλάδα οι περισσότεροι της γενιάς μου μεγαλώσαμε με υψηλές προσδοκίες. Μας φαινόταν αστείο ότι όταν ενηλικιώνονται τα παιδιά στο εξωτερικό πληρώνουν συμβολικό ενοίκιο ή συμμετέχουν στα έξοδα, αλλά δεν μας φαινόταν καθόλου αστείο να μένουν 30άρηδες με τους γονείς τους (και αναφέρομαι στις εποχές προ κρίσης), να τα βρίσκουν όλα έτοιμα και να κρατάνε και όλο τον μισθό για πάρτη τους.
Όταν λοιπόν μια χώρα μεγαλώνει τα ενήλικα “παιδιά” της με ταπεράκια που πηγαινόερχονται με το ΚΤΕΛ, με ρούχα που πηγαίνουν άπλυτα και επιστρέφουν σιδερωμένα, με γιαγιάδες να τσοντάρουν για να πάνε διακοπές τα εγγόνια, είναι λογικό να φοβόμαστε να αφήσουμε το μαντρί.
Κάποιοι φύγαμε για το εξωτερικό τιγκάροντας μια πιστωτική κάρτα, άλλοι το έκαναν με μεγαλύτερη οικονομική άνεση, αλλά στο τέλος της ημέρας, όταν πέφτεις για ύπνο για πρώτη φορά σε μια άγνωστη χώρα, είναι το ίδιο δύσκολο για όλους. Το ίδιο και όταν ανεβάζεις πυρετό και καλείς Uber για να πας μόνος σου στον γιατρό. Το ίδιο και όταν δεν είσαι εκεί για αυτούς που φεύγουν. Αυτά δεν χρειάζεται να στα πει κανείς, είναι κοινή λογική.
Υπάρχει μόνο ένας άνθρωπος που μπορεί να σε συμβουλεύσει για το αν πρέπει να φύγεις ή όχι, και αυτός είναι ο εαυτός σου. Και υπάρχουν μόνο δύο ερωτήσεις που πρέπει να σου κάνει για να βρεις την απάντηση:
Θες να δουλέψεις πραγματικά;
Μπορείς να ξεκινήσεις από το μηδέν σε ένα άγνωστο μέρος μια καλύτερη δουλειά;
Αν η προτεραιότητά σου είναι να είσαι με την οικογένειά σου και να παλεύετε μαζί, μείνε στην Ελλάδα. Αν η προτεραιότητά σου είναι να ζεις αξιοπρεπώς και να στέλνεις και λεφτά στην Ελλάδα, φύγε. Μπορεί φέτος να είσαι στο Λονδίνο, αύριο στις Βρυξέλλες και μεθαύριο στη Μελβούρνη. Και είναι ανθρώπινο κάποια στιγμή να αλλάξουν οι προτεραιότητές σου.
Μακάρι να μπορούσαμε όλοι να μένουμε στην Ελλάδα, να τελειώνουμε την δουλειά μια λογική ώρα και να κατεβαίνουμε για μεζέδες κάτω από την Ακρόπολη. Δεν γίνεται όμως. Και δέκα χρόνια κρίσης μετά, ας σταματήσουμε να κλαιγόμαστε που φεύγουν οι νέοι έξω. Είναι λυπηρό, ναι, αλλά όπως και να το κάνεις, είναι καλύτερο από το να χάνουν τα καλύτερά τους χρόνια στην ανεργία. Αν θέλει η Ελλάδα να μας βοηθήσει με κάποιο τρόπο, ας μας εξασφαλίσει το συνταγματικό μας δικαίωμα να έχουμε λόγο στο μέλλον αυτής της χώρας απ’ όπου και αν ζούμε. Αυτό μόνο ζητάμε. Και προσωπικά, ζητάω και κάτι άλλο: σταματήστε να μεγαλώνετε τα παιδιά σας σαν πριγκιπόπουλα, γιατί έρχονται σε όλο τον κόσμο πολύ πιο σκοτεινές ημέρες.

Ο Στέφανος Λίβος γεννήθηκε το 1984 στην Αθήνα, μεγάλωσε στην Ζάκυνθο και ζει στο Λονδίνο. Έχει σπουδάσει Ψυχολογία και ΜΜΕ στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, αλλά δουλεύει σαν Leadership Development Specialist στην Amazon. Τις ώρες που δεν εργάζεται, προσπαθεί να βρει χρόνο για γράψιμο μεταξύ κατσαρόλας, σκούπας και social media. Μεγαλύτερό του άγχος είναι ότι οι μέρες φεύγουν πολύ γρήγορα.

Η καρδιά του Τορόντο χτυπά ελληνικά στο φεστιβάλ Taste of Danforth

 ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΠΑΡΟΙΚΙΕΣ 

Το φεστιβάλ (11-13 Αυγούστου 2017), με σειρά εκδηλώσεων, σε τρεις διαφορετικές σκηνές και με πολλές παράλληλες δραστηριότητες, κάποιες εκ των οποίων συνδέονται με τους εορτασμούς των 150 χρόνων από την ίδρυση του ομόσπονδου Καναδά και την ανάδειξη του πολυπολιτισμικού χαρακτήρα της χώρας.
«Ισως και περισσότεροι από ενάμισι εκατομμύριο επισκέπτες πέρασαν από το φεστιβάλ, αν υπολογίσει κανείς ότι σε ημερήσια βάση περνούν από την Ντάνφορθ πάνω από 500.000 άτομα», λέει στον «Ε.Κ.» ο Κωνσταντίνος Βοϊδονικόλας, πρόεδρος της Greektown on Danforth BIA, του φορέα που κάθε χρόνο οργανώνει και συντονίζει το φεστιβάλ Taste of Danforth στην ομώνυμη «ελληνική» λεωφόρο του Τορόντο, προσθέτοντας χαρακτηριστικά: «Αλλωστε, το πλαίσιο των εκδηλώσεων, ο χαρακτήρας μιας ανοικτής γιορτής δρόμου, όπου η διασκέδαση, η ψυχαγωγία, η τέχνη, ο αθλητισμός και η κοινωνική αλληλεγγύη δένουν αρμονικά μεταξύ τους, εγγυώνται το καλύτερο αποτέλεσμα».
Το φεστιβάλ οργανώνεται για 24η συνεχή φορά, σε μια πόλη όπου η ελληνική παροικία ξεπερνά τα 200.000 άτομα και είναι η μεγαλύτερη του Καναδά και η τρίτη μεγαλύτερη της ελληνικής διασποράς. Το Taste of Danforth ξεκίνησε το 1994 ως φεστιβάλ με αμιγώς ελληνικό χαρακτήρα, με έμφαση στην κουζίνα και στον πολιτισμό. Τότε ο αριθμός των επισκεπτών μόλις που ξεπέρασε τους 5.000.
Πρωταγωνιστικός, ασφαλώς, στο φεστιβάλ ο ρόλος της ελληνικής μουσικής και των χορών, καθώς και των ελληνικών γεύσεων, ενώ υπάρχει ξεχωριστή ενότητα με τίτλο «It’s all Greek to me» όπου, μεταξύ άλλων, οι επισκέπτες εξοικειώνονται με το σπάσιμο των πιάτων, μακραίωνη παράδοση που καταργήθηκε στην Ελλάδα το 1969.
Σημαντική είναι και η κοινωνική διάσταση της εκδήλωσης, μέσα από δράσεις αλληλεγγύης και φιλανθρωπίας. Πάνω από 2 εκατομμύρια καναδικά δολάρια έχουν δοθεί από το φεστιβάλ για την ενίσχυση του νοσοκομείου Michael Garron του Τορόντο, για την ενίσχυση νοσοκομείων Παίδων (όπως το κοινό πρόγραμμα του Sick Kids Hospital με το νοσοκομείο Παίδων στην Αθήνα «Αγία Σοφία»), για τη στήριξη πασχόντων από καρκίνο του προστάτη ή καρκίνο του μαστού (οργανώνεται την Κυριακή ξεχωριστή εκδήλωση), αλλά και οικογένειες και σχολεία της ελληνικής παροικίας και άλλους φορείς όπως τα χωριά SOS στην Ελλάδα, το «Χαμόγελο του Παιδιού», το πρόγραμμα ελληνικών σπουδών στο πανεπιστήμιο του Τορόντο κ.ά.
Ζώης Μαρίνος
Πηγή: Εφημερίδα Εθνικός Κήρυκας (ekirikas.com)

Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2018

Το άγνωστο «πογκρόμ» κατά Ελλήνων μεταναστών στις ΗΠΑ

  ΑΠΟΔΗΜΟΣ  ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ  

Τι έγινε στη μικρή πόλη Σάουθ Όμαχα της πολιτείας Νεμπράσκα στις 21 Φεβρουαρίου 1909

29/06/2018

Με αφορμή τα 250 χρόνια ελληνικής παρουσίας στις ΗΠΑ (1768-2018) δημοσιεύονται στον ομογενειακό τύπο ιστορίες για τους Έλληνες στην Αμερική, οι οποίες δεν είναι και πολύ γνωστές στην Ελλάδα και την ομογένεια. Μια από αυτές αφορά το «πογκρόμ» κατά Ελλήνων μεταναστών στην μικρή πόλη Σάουθ Όμαχα της πολιτείας Νεμπράσκα το 1909.

Για την ιστορία ενός πραγματικού «πογκρόμ» κατά των Ελλήνων μεταναστών που πραγματοποιήθηκε στην μικρή πόλη Σάουθ Όμαχα της πολιτείας Νεμπράσκα το 1909, έχει συγγράψει μονογραφία ο Ελληνοαμερικανός δάσκαλος και πανεπιστημιακός Τζον Μπίτζες. Η μελέτη του υπήρξε προϊόν σκληρού μόχθου και επίπονης δουλειάς στα αρχεία των τοπικών εφημερίδων αλλά και των επίσημων αρχών. Η πρώτη μορφή αυτής της εργασίας δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Nebraska History» το καλοκαίρι του 1970 και πήρε το βραβείο «James Sellers».

Διαβάζοντας τη μελέτη του κ. Μπίτζες διαπιστώνουμε ότι στον Έλληνα μετανάστη απέδιδαν τότε οι αμερικανικές εφημερίδες όλα τα στερεότυπα: Οι Έλληνες είναι «βρώμικοι», «υπάνθρωποι», «απολίτιστοι», «άγριοι», επιρρεπείς στο έγκλημα.

Οι ανθελληνικές ταραχές στη Σάουθ 'Ομαχα σημειώθηκαν στις 21 Φεβρουαρίου του 1909, μετά από τη σύλληψη του Γιάννη Μασουρίδη ως ένοχου για την δολοφονία του αστυνομικού Εντ Λόουρι. Οι εφημερίδες αμέσως μίλησαν για τον «Έλληνα δολοφόνο» και δημοσίευσαν την εμπρηστική ανθελληνική προκήρυξη που συνέταξε ο Τζόζεφ Μέρφι, ένας τοπικός πολιτικός παράγοντας.
Σ' αυτή την προκήρυξη γινόταν λόγος για τους «βρωμερούς Έλληνες που επιτίθενται στις γυναίκες μας και χτυπούν τους περαστικούς στο δρόμο, που διατηρούν χαρτοπαιχτικές λέσχες και κάθε λογής παρανομίες». Στο κλείσιμο της προκήρυξης γινόταν έκκληση για συνάντηση στο Δημαρχείο «όπου θα πάρουμε μέτρα για να διώξουμε τους Έλληνες από την πόλη μας» (εφημερίδες World Herald και Daily News, 20 Φεβ 1909).
Την επομένη, το κύριο άρθρο της Herald αναφερόταν στον Μασουρίδη με τα ακόλουθα λόγια:»Ένας Έλληνας που στη γενέτειρά του δεν είχε ποτέ το προνόμιο να υψώσει το κεφάλι του προς τα πάνω (...) η μόνη του σκέψη ήταν να σκοτώσει, να σκοτώσει.» Ο Μασουρίδης είχε έρθει στις ΗΠΑ από ένα χωριό της Καλαμάτας το 1906. Η αστυνομία τον είχε υπό παρακολούθηση, επειδή είχε συλληφθεί για παράνομο τζόγο.
Στις 19 Φεβρουαρίου 1909, ο Λόουρι τον συνέλαβε μετά από καταγγελίες εις βάρος του, ότι είχε σχέσεις με μια ανήλικη (17 χρονών) κοπέλα, που του έκανε μαθήματα αγγλικών. Τη στιγμή της σύλληψης ανταλλάχθηκαν πυροβολισμοί που κατέληξαν στον τραυματισμό του Μασουρίδη και το θάνατο του Λόουρι. Αμέσως συγκεντρώθηκαν μερικές εκατοντάδες κάτοικοι με σκοπό να λιντσάρουν τον Μασουρίδη. Με δυσκολία κατάφερε η αστυνομία να τον φυγαδεύσει σε ασθενοφόρο.
Η συγκέντρωση περίπου 1.000 κατοίκων την επομένη, οδήγησε σε ανεξέλεγκτη βία εις βάρος των Ελλήνων. Με κραυγές «θάνατος στους Έλληνες» και «θυμηθείτε τον καημένο τον Λόουρι», το πλήθος όρμησε στην ελληνική συνοικία, την «Γκρίκ-τάουν» και επιτέθηκε στους ανύποπτους Έλληνες. 'Όσοι απ' αυτούς δεν κατάφεραν να διαφύγουν, έπεσαν στα χέρια των φανατισμένων Αμερικάνων και δάρθηκαν χωρίς έλεος.
Στην απελπισία του, κάποιος προσπάθησε να αμυνθεί με όπλο και τραυμάτισε ελαφρά δυο παιδιά. Τότε πλέον το πλήθος των επιτιθέμενων χωρίστηκε στα δύο και άρχισε τις λεηλασίες και τα σπασίματα σ' όλα τα μαγαζιά και τα σπίτια των Ελλήνων. Οι ταραχές συνεχίστηκαν όλη τη μέρα κάτω από τη σιωπηλή επιδοκιμασία κάποιων αστυνομικών και την αδυναμία των τοπικών αρχών. Επί έξι ώρες το πλήθος «με ρεβόλβερ, με κλομπ και με δαυλούς γύριζε στην πόλη, έπινε τα κλεμμένα ποτά, έκλεβε εμπορεύματα, χτυπούσε όποιον μπορούσε, μέχρι να τρέξει το αίμα από τις πληγές.»
Περιγράφοντας την εικόνα που είχαν για τους 'Έλληνες οι παλαιότεροι κάτοικοι της περιοχής, o Τζον Μπίτζες αναφέρεται στην εχθρότητα που προκλήθηκε από το γεγονός ότι οι Έλληνες δούλευαν με μικρότερα μεροκάματα και χρησιμοποιούνταν ως απεργοσπάστες. Τους κατηγορούσαν ακόμα ότι έφερναν στην Αμερική τις δικές τους άγριες συνήθειες, ότι ήταν βρώμικοι (εφόσον έκαναν πάντα τις βρώμικες δουλειές), ότι πολιτικολογούσαν στα δικά τους καφενεία και χαρτόπαιζαν. Οι ντόπιοι θεωρούσαν τη συμπεριφορά των Ελλήνων «ανήθικη» και «αντιαμερικάνικη».
«Το σημείο που προκαλεί το ανθελληνικό στοιχείο», γράφει η «Omaha Bee», «είναι ότι δουλεύουν φτηνά. 'Οτι ζουν ακόμα φθηνότερα, σε ομάδες. 'Οτι αδιαφορούν για τις μικρές λεπτομέρειες στις οποίες αποδίδουν μεγάλη σημασία οι Αμερικάνοι.» Και ο εκδότης της «Daily News» πρόσθετε ότι «τα δωμάτιά τους είναι βρώμικα. Επιτίθενται στις γυναίκες. Μ' άλλα λόγια, με τη στάση τους εμφανίζονται ως επιθετικοί στα μάτια των περισσοτέρων κατοίκων της Σάουθ 'Ομαχα».

Μετά το τέλος των ταραχών η κοινότητα των Ελλήνων της περιοχής σκόρπισε σε ολόκληρη την Αμερική. Από τις 2.000 μεταναστών που ζούσαν στην Σάουθ 'Ομαχα μέχρι εκείνο το μοιραίο Σάββατο τον Φεβρουάριο του 1909, σε λίγους μήνες η απογραφή του 1910 κατέγραφε μόλις 59 άτομα.
Η περίπτωση των ανθελληνικών ταραχών στη Σάουθ 'Ομαχα δεν είναι η μόνη εκείνης της περιόδου. Ο Μπίτζες ανακάλυψε στην εφημερίδα «Evening News of Roanoke» στην πολιτεία της Βιρτζίνια αναφορά σε επιθέσεις όχλου εναντίον των καταλυμάτων Ελλήνων μεταναστών τον Ιούλιο του 1907. Και την ίδια βδομάδα με τα επεισόδια στην Σάουθ 'Ομαχα ξέσπασαν παρόμοιες βίαιες ταραχές σε δύο τουλάχιστον πόλεις, στο Κάνσας Σίτι της πολιτείας Κάνσας και στο Ντέιτον του Οχάιο.
Το τελευταίο μάθημα που παίρνουμε από την ιστορία αυτή είναι η τύχη της έρευνας του Μπίτζες. Το 1991, ο Τζον Μπίτζες επανήλθε στο θέμα, συμπληρώνοντας με καινούργια στοιχεία την υπόθεση. Όμως τη νέα του μελέτη δεν δέχθηκε κανείς να τη δημοσιεύσει.

Όπως εξήγησε ο ίδιος ο ερευνητής, η άρνηση των ακαδημαϊκών αρχών να προχωρήσουν στη δημοσίευση, οφειλόταν ακριβώς στο «ακανθώδες» αντικείμενό της. Οι σύγχρονοι Αμερικανοί θέλουν να «ξεχάσουν» το ρατσισμό εναντίον των μεταναστών στις αρχές του αιώνα, όπως ακριβώς και οι σύγχρονοι Έλληνες αρνούνται να πληροφορηθούν τις δύσκολες συνθήκες, κάτω από τις οποίες πραγματοποιήθηκε εκείνη η μετανάστευση.
Προμελετημένη δολοφονία Ν. Τζιμίκα

Τα αίτια των ανθελληνικών ταραχών στη Σάουθ Ομαχα το 1909 περιγράφει ο Τζον Μπίτζες σε μια νεότερη μελέτη του. Στη μελέτη αυτή, ο κ. Μπίτζες συγκρίνει το άγνωστο πογκρόμ εναντίον των Ελλήνων μεταναστών με την περίφημη «νύχτα των κρυστάλλων» στη ναζιστική Γερμανία του 1938: «The Anti-Greek Riot of 1909 (South Omaha, Nebraska) and Kristallnacht of 1938 (Nazi Germany) - A Comparative Study of Ugly Human Behavior, 1991).

Όμως αυτή η μελέτη δεν δημοσιεύθηκε ποτέ. Το «απαγορευμένο» θέμα του ρατσισμού των ντόπιων εις βάρος των Ελλήνων μεταναστών το 1909 εξακολουθεί να ενοχλεί και θεωρείται ακόμα ταμπού για την ακαδημαϊκή κοινότητα. Το κείμενο που ακολουθεί είναι τμήμα της αδημοσίευτης αυτής μελέτης:
Οι αιτίες που κρύβονταν πίσω από τις ανθελληνικές ταραχές, σύμφωνα με το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, που αναδημοσιεύει την ιστορία από το ομογενειακό blog kalami.us, πρέπει να αναζητηθούν στις πολιτισμικές διαφορές και, κυρίως, στα οικονομικά συμφέροντα. Τον Φεβρουάριο του 1909, για παράδειγμα, η Σάουθ Ομαχα θύμιζε πυριτιδαποθήκη έτοιμη να εκραγεί κατά των Ελλήνων.

Το κλίμα αυτό είχε αρχίσει να δημιουργείται το 1904, όταν Ιάπωνες και Έλληνες εργάτες κλήθηκαν στην πόλη ως απεργοσπάστες στη βιομηχανία συσκευασίας κρέατος. Κατά την διάρκεια της απεργίας, ο Εντ Λόουρι επέλεξε να ακολουθήσει τους εργάτες, οι οποίοι τον θεώρησαν ήρωα και τον θαύμασαν για το κουράγιο του. Οταν έσπασε η απεργία, οι Ιάπωνες απομακρύνθηκαν, αλλά οι Έλληνες δούλεψαν με άλλους συμπατριώτες τους στη συσκευασία κρέατος και στους σιδηροδρόμους.
Το 1909, η ελληνική κοινότητα της Σάουθ Ομαχα διέθετε περισσότερες από τριάντα επιχειρήσεις και είχε συνεισφέρει στην ανέγερση της ελληνορθόδοξης εκκλησίας του Αγίου Ιωάννη στις οδούς 16η και Μάρθα. Μολαταύτα, μεταξύ των Ελλήνων και των λοιπών μελών της κοινότητας της Σάουθ 'Ομαχα είχε δημιουργηθεί μια σαφής εχθρότητα, η οποία ενισχυόταν από τη στάση της αστυνομίας. Δεν υπήρξαν, ωστόσο, ενδείξεις που να συνδέουν τον Λόουρι με τις παρενοχλήσεις που υφίσταντο οι νεοφερμένοι από την αστυνομία.
Ο Ιωάννης Μασουρίδης δικάστηκε δύο φορές για το θάνατο του αξιωματικού Λόουρι. Η αρχική καταδίκη για φόνο πρώτου βαθμού, η οποία συνεπαγόταν την ποινή της εκτέλεσης δι' απαγχονισμού, ακυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Νεμπράσκα λόγω ανεπάρκειας των στοιχείων και ατελούς διαδικασίας. Στις κρατικές φυλακές της Νεμπράσκα, ο Μασουρίδης επρόκειτο να εκτίσει ποινή πεντέμισι χρονών από το σύνολο των δεκατεσσάρων που προέβλεπε η απόφαση.

Μετά την αποφυλάκισή του, ο Μασουρίδης επέστρεψε στην Ελλάδα για να περάσει εκεί το υπόλοιπο της ζωής του. Κατά πάσαν πιθανότητα γνώριζε ότι ο Νικόλας Α. Τζιμίκας, ένας νεοφερμένος Έλληνας από τα Γρεβενά, πλήρωσε τελικά το τίμημα για το θάνατο του Εντ Λόουρι.
Ο Τζιμίκας, ένας νεαρός εργάτης είκοσι τριών χρονών, ήταν πράγματι εκείνος που θα γινόταν το θύμα της αστυνομικής εκδίκησης λίγο μετά την απαλλαγή του Μασουρίδη από τη θανατική ποινή κατά τη δεύτερη δίκη του, που ολοκληρώθηκε στις 29 Μαΐου 1910. Η τύχη του Τζιμίκα αποφασίστηκε αυθαίρετα το βράδυ της 13ης Ιουνίου 1910. Ο Νικόλας Α. Τζιμίκας δολοφονήθηκε με προφανή προμελέτη από δύο αξιωματικούς της αστυνομίας. Το θύμα πυροβολήθηκε στο ίδιο σχεδόν σημείο όπου ο Εντ Λόουρι είχε δεχθεί το δικό του θανάσιμο τραύμα.

Η δολοφονία του Νικόλα Τζιμίκα υπήρξε ένα από τα καλύτερα φυλαγμένα μυστικά στα χρονικά της Νεμπράσκα και της ελληνικής της κοινότητας.
Το 1977 κατόρθωσα τελικά να εντοπίσω ένα φάκελο στα υλικά του Στέιτ Ντιπάρτμεντ που φυλάσσονται στα Εθνικά Αρχεία. Ο φάκελος περιείχε ένα άδειο ντοσιέ με τίτλο «Η δολοφονία του Νικόλα Τζιμίκα». Ευτυχώς, στο φάκελο βρέθηκε ένα αντίγραφο με θέμα την «Ανάκριση για την υπόθεση Νικόλα Α. Τζιμίκα», η οποία πραγματοποιήθηκε από 7 έως 20 Ιουνίου 1910. Η ανάγνωση των πρακτικών της ανάκρισης δεν αφήνει την παραμικρή αμφιβολία για την ορθότητα της κατηγορίας περί «δολοφονίας» που περιείχε η έκθεση που χάθηκε μυστηριωδώς.
Αξίζει, τέλος, να σημειωθεί ότι η οικογένεια του Εντουαρντ Λόουρι ουδέποτε είδε έστω και μία δεκάρα από τα 505 δολάρια που συγκεντρώθηκαν κατά τον ειδικό έρανο που ξεκίνησε την ίδια την ημέρα των ταραχών. Η οικογένεια του Εντ Λόουρι αναγκάστηκε να τα βγάλει πέρα μοναχή της, εκτός από 150 δολάρια που της προσέφερε ένα Γυμνάσιο της περιοχής από τα κέρδη μιας μουσικής εκδήλωσης.
Και τα δύο παιδιά του Λόουρι έγιναν αργότερα δάσκαλοι στο Νότο. Στις 3 Φεβρουαρίου 1916, το Κογκρέσο αποφάσισε να δοθούν 40.000 δολάρια αποζημίωση στους Έλληνες-θύματα των ταραχών από τα 288.130 που είχαν ζητήσει. Όσο για τον Νικόλα Α. Τζιμίκα, αυτός βρίσκεται πάντοτε σ' έναν τάφο χωρίς ταφόπετρα στο Κοιμητήριο Forest Lawn στην 'Ομαχα της Νεμπράσκα των Ηνωμένων Πολιτειών.
«Φταίει η εγκληματικότητά μας»

(Από το κύριο άρθρο της ομογενειακής εφημερίδας «Ελληνικός Αστήρ» του Σικάγου, 26 Φεβ. 1909, για τα γεγονότα):
«Ουδείς βεβαίως εκ των εύ φρονούντων Αμερικανών ηδύνατο να συνηγορήση υπέρ της διαπραχθείσης βαρβαρότητος, αλλά και ουδαμόθεν υψώθη συμπαθητική φωνή (πλην ολίγων εξαιρέσεων) υπέρ των κακοποιηθέντων και καταστραφέντων Ελλήνων, αμφιβάλλομεν δε εάν και η χείρ της Θέμιδος δυνηθή όπως δεόντως προστατεύση τα συμφέροντα των παθόντων και ανταποδώση αυτοίς το δίκαιον δια τας προξενηθείσας ζημίας.
Η αρχή του κακού πηγάζει εκ του κακουργήματος, όπερ ο βδελυρός Μουσουρίδης διέπραξεν, αλλ' εάν οι Αμερικανοί ήθελον να εκδικηθώσι τούτον, ηδύναντο κάλλιστα να εφήρμοζον και τον λύντσειον νόμον κατά του κακούργου, πάν όμως περαιτέρω διάβημα κατ' αθώων ψυχών ήτο όλως βάρβαρον και ανάρμοστον προς τας αρχάς και τον πολιτισμόν του σημερινού κόσμου.
Αλλ' ως φαίνεται και εν τη περιστάσει αυτή και εν άλλαις ομοίαις, οι Αμερικανοί έχασαν πάσαν υπόληψιν προς τους Ελληνες και ήρξαντο από τίνος χρόνου απεχθανόμενοι ημάς, ως λαόν ανάξιον της αποστολής του και του κλέους των προγόνων των και ως μη επιθυμητούς πολίτας. (...) Ο άνεμος εναντιώτατα πνέει καθ' ημών, διότι, ως βλέπομεν ανωτέρω, επίσημα πρόσωπα και αυτοί οι βουλευταί ακόμη ήρξαντο κηρύσσοντες τον μέχρι εξοντώσεως πόλεμον καθ' ημών.
Το φαινόμενον είναι αληθώς απελπιστικόν και βασανίζει ημάς, διότι επαπειλείται το μέλλον μας. Νομίζομεν ότι είναι καιρός εισέτι να σωθώμεν εκ του επαπειλούντος ημάς κινδύνου, εάν θελήσωμεν να γνωρίσωμεν τας υποχρεώσεις μας έναντι του φιλοξενούντος ημάς λαού.
Η Αμερική, ήτις μας τροφοδοτεί και περιφρουρεί την ελευθερίαν και τα δικαιώματά μας, έχει βεβαίως πληρέστατα δίκαιον να απαιτή παρ' ημίν την ανταπόδωσιν της φιλοξενίας, όπερ εισέτι δεν επράξαμεν. Τούτον δύναται να κατορθωθή δια της υπακοής προς τους νόμους, ως και δια των καλών έργων, των ευγενών τρόπων, της εντίμου συναλλαγής και της προς τον πλησίον εκτιμήσεως, δηλαδή απαιτούσιν οι Αμερικανοί εκείνο, όπερ οι κατά την αρχαιότητα μεταναστεύοντες Ελληνες μετέδιδον ανά τον κόσμον.
Και οι εν Αμερική Ελληνες ηθέλομεν τυγχάνη ίσης προς τους άλλους εκτιμήσεως και προστασίας, αλλ' ατυχώς παρεξετράπημεν και παρεξεκλίναμεν της ευθείας οδού και βαίνομεν κατά κρημνών μη γνωρίζοντες οποίου κακού πρόξενοι κατέστημεν διά της ασυστόλου συμπεριφοράς, ήν πολλοί δεικνύουσιν.
Εις τα αρχεία της αστυνομίας του Σικάγου οι Ελληνες έρχονται πρώτοι εις έν δύο εγκλήματα, πανταχόθεν δε λαμβάνομεν σωρείαν εφημερίδων, εις άς βλέπομεν πολλά εγκλήματα διαπραττόμενα από των Ελλήνων.
Και μ' όλα αυτά έχομεν το θράσος να παραπονώμεθα κατά της φιλοξενούσης ημάς χώρας».

_____________
https://www.newsbeast.gr/world/arthro/3761768/to-agnosto-pogkrom-kata-ellinon-metanaston-stis-ipa

Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2018

Εφυγαν και έριξαν μαύρη πέτρα πίσω τους σε ποσοστό που προσεγγίζει το 82%

ΕΡΕΥΝΑ
Ταξίδι χωρίς επιστροφή για το 82% όσων μετανάστευσαν στο εξωτερικό
 Σε ποσοστό 80% απέκτησαν το πρώτο πτυχίο στην Ελλάδα (κάτι που σημαίνει ότι οι κύριες σπουδές χρηματοδοτήθηκαν με πόρους του Ελληνα φορολογούμενου).


γράφει ο ΘΑΝΟΣ ΤΣΙΡΟΣ *

Εφυγαν και έριξαν μαύρη πέτρα πίσω τους σε ποσοστό που προσεγγίζει το 82%. Ερευνα της ICAP για το brain drain, τα συμπεράσματα της οποίας δημοσιεύει η «Κ», αποκαλύπτει ότι 36% των «μυαλών» που εγκατέλειψαν την Ελλάδα, λόγω της κρίσης, δηλώνουν ότι δεν θα γυρίσουν ποτέ στη γενέτειρα, ενώ επιπλέον ποσοστό της τάξεως του 46% εκτιμά ότι θα χρειαστεί πάνω από τρία χρόνια για να εξετάσει το ενδεχόμενο επιστροφής. Μόλις οι 11 στους 100 δηλώνουν ότι μπορεί να γυρίσουν μέσα στα επόμενα δύο χρόνια, ενώ για νωρίτερα το συζητά η ισχνή μειοψηφία του 7%. Ακόμη και αυτοί που θα συζητούσαν το ενδεχόμενο επιστροφής, δηλώνουν ότι θα το έκαναν μόνο αν είχαν μια πολύ καλή επαγγελματική πρόταση που θα τους εξασφάλιζε ετήσιες μεικτές αποδοχές άνω των 40.000 ευρώ. Δηλαδή, θέτουν ως προϋπόθεση για να επιστρέψουν κάτι που αποτελεί «είδος υπό εξαφάνιση» στην Ελλάδα: μια καλοπληρωμένη θέση εργασίας.
Είναι η τέταρτη συνεχόμενη χρονιά κατά την οποία η εταιρεία διενεργεί τη συγκεκριμένη έρευνα και αυτή τη φορά το δείγμα αφορούσε 1.068 άτομα από 61 χώρες. Οι απαντήσεις δόθηκαν ηλεκτρονικά στο διάστημα από 16 Απριλίου έως 30 Μαΐου φέτος, κάτι που σημαίνει ότι σε αυτές έχουν αποτυπωθεί όλες οι τρέχουσες εξελίξεις στην Ελλάδα. Οπως επισημαίνει ο Κώστας Ζούλιας, διευθυντής του τμήματος human capital consulting, «ο πληθυσμός του brain drain ωριμάζει και εξελίσσεται και όσοι από αυτούς επιτυγχάνουν στις νέες τους πατρίδες, κατά μεγάλο ποσοστό θα παραμείνουν εκεί, χωρίς να υπάρχει τρόπος για την Ελλάδα να αξιοποιήσει τις εμπειρίες και τις γνώσεις που έχουν αποκτήσει με παραγωγικό τρόπο».

Ο βασικότερος λόγος που επικαλέστηκαν οι ερωτηθέντες από την ICAP για να δικαιολογήσουν την απόφασή τους να εργαστούν εκτός Ελλάδας «πληγώνει», καθώς δεν είναι παράγοντας που εξαλείφεται με την έξοδο από την οικονομική κρίση. Σε ποσοστό 44% οι ερωτηθέντες επικαλέστηκαν την έλλειψη αξιοκρατίας και τη διαφθορά στην Ελλάδα, ενώ η οικονομική κρίση έρχεται δεύτερη σε ποσοστό 36%. Το 27% των ερωτηθέντων προέβαλε τις καλύτερες εργασιακές συνθήκες που επικρατούν στο εξωτερικό, ενώ η εξεύρεση υψηλότερων αποδοχών αποτελεί τον κυριότερο λόγο για το 25% των ερωτηθέντων.
Οι μισθοί τους οποίους εξασφαλίζουν όσοι μετακινούνται εκτός Ελλάδας είναι πολύ υψηλοί για τα ελληνικά δεδομένα. Ετσι, ετήσιες αποδοχές έως και 20.000 ευρώ έχουν μόλις οι 18 στους 100. Ο ένας στους 3 εισπράττει από 21 έως 40.000 ευρώ, ενώ περίπου ο ένας στους δύο σπάει προς τα πάνω το φράγμα των 40.000 ευρώ ετησίως (σ.σ.: το 18% κυμαίνεται από 41 έως 60.000 ευρώ, το 17% από 61 έως 10.000 ευρώ και το 13% από 100 χιλιάδες ευρώ και πάνω).
Εκτός από τον υψηλότερο μισθό, όσοι έφυγαν εκτός Ελλάδας δηλώνουν ότι απολαμβάνουν και άλλες παροχές όπως η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη (σε ποσοστό 75%), ένα συνταξιοδοτικό πρόγραμμα (σε ποσοστό 63%), κινητό τηλέφωνο (σε ποσοστό 41%) αλλά και έξοδα μετακίνησης (σε ποσοστό 37% ή τα κουπόνια (σε ποσοστό 20%).


Στους συνεντευξιαζόμενους τέθηκε το ερώτημα ποιος θα ήταν ο ελάχιστος ετήσιος μεικτός μισθός με τον οποίο θα επέστρεφαν στην Ελλάδα. Σε ποσοστό 37% απάντησαν 50.000 ευρώ και πάνω, ενώ το 13% θα «συμβιβαζόταν με 40.000 έως 50.000 ευρώ. Το 21% πέφτει στα 30 έως 40.000 ευρώ, ενώ το 21% περιορίζεται στα 20 έως 30.000 ευρώ. Στο επίπεδο των 10 έως 20.000 ευρώ, η έρευνα καταγράφει ποσοστό μόλις 8%. Αξίζει να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από τις φορολογικές δηλώσεις, ετήσιο εισόδημα άνω των 20.000 ευρώ ετησίως από μισθωτές υπηρεσίες δεν έχει, πλέον, στην Ελλάδα ούτε ο ένας στους 6.

Ακόμη όμως και αν υπήρχαν καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας για να οδηγήσουν στον επαναπατρισμό του ανθρώπινου δυναμικού που έφυγε, έπρεπε να αντιμετωπιστεί και το θέμα της υπερφορολόγησης της εργασίας: «Αν συγκρίνουμε έναν μισθωτό με μηνιαίο καθαρό εισόδημα γύρω στα 1.730 ευρώ στην Ελλάδα και την Κύπρο, θα διαπιστώσουμε ότι οι φόροι και οι εισφορές που αποδίδει στο κυπριακό κράτος αποτελούν μόλις το 14% του μεικτού μισθού του, ενώ στο ελληνικό το 45%», υποστηρίζει από την πλευρά του ο Αρης Σκέρτσος, γενικός διευθυντής του ΣΕΒ, συμπληρώνοντας ότι «η μείωση της υπερφορολόγησης της εργασίας αποτελεί μείζονα προτεραιότητα για περισσότερες επενδύσεις, νέες θέσεις απασχόλησης και επαναπατρισμό των άξιων Ελλήνων και Ελληνίδων που έχουν εγκαταλείψει τη χώρα».
Πρώτοι στις... διαρροές οικονομολόγοι και μηχανικοί
Με το brain drain η Ελλάδα χάνει πολύτιμο ανθρώπινο κεφάλαιο όπως προκύπτει και από την επεξεργασία των βιογραφικών όσων έχουν αποχωρήσει. Οι 53 στους 100 έχουν μεταπτυχιακό, ενώ οι 8 στους 100 έχουν και διδακτορικό. Χωρίς πτυχίο είναι μόλις το 8%. Μάλιστα, όταν ερωτώνται για τη χώρα απόκτησης του πτυχίου του μεταπτυχιακού ή του διδακτορικού απαντούν ως εξής:
1. Σε ποσοστό 80% απέκτησαν το πρώτο πτυχίο στην Ελλάδα (κάτι που σημαίνει ότι οι κύριες σπουδές χρηματοδοτήθηκαν με πόρους του Ελληνα φορολογούμενου).
2. Σε ποσοστό 42% απέκτησαν μεταπτυχιακό στο Ηνωμένο Βασίλειο με δεύτερη την Ελλάδα σε ποσοστό 27%, ενώ το διδακτορικό αποκτήθηκε σε ποσοστό 35% στο Ηνωμένο Βασίλειο και σε ποσοστό 25% στην Ελλάδα.
Στο εξωτερικό διαρρέουν κυρίως οικονομολόγοι, μηχανικοί και επιστήμονες με ειδίκευση στον χώρο της πληροφορικής. Ετσι, τα οικονομικά πτυχία (μαζί με αυτά της διοίκησης και του marketing) έρχονται στην πρώτη θέση της κατάταξης σε ποσοστό 35%, ενώ ακολουθούν οι μηχανικοί σε ποσοστό 19%.
Η πληροφορική είναι στην τρίτη θέση με ποσοστό 12%, ενώ παρά την αντίληψη που έχει δημιουργηθεί, οι γιατροί κατατάσσονται στις κατώτερες θέσεις της σχετικής κατάταξης με ποσοστό μόλις 5%.


Παρασκευή, 25 Μαΐου 2018

Η ΙΣΤΟΡΙΑ του Μανχάταν...


         Η ΙΣΤΟΡΙΑ του Μανχάταν...        
(...μια απάντηση από το παρελθόν στις σημερινές νεοφιλελέ λέρες...)

Γράφει ο mitsos175. // Στο "Βαθύ Κόκκινο"

“Οι ρίζες της ονομασίας του Μανχάταν χάνονται στα βάθη των αιώνων. Πιστεύεται ότι προέρχεται από τη γλώσσα των Αλγκονκούιαν -των παλαιότερων γνωστών κατοίκων της περιοχής- και σημαίνει «λοφώδες νησί». Επί αιώνες, αποτελούσε μία από τις σημαντικότερες περιοχές αλιείας και κυνηγιού για τους ιθαγενείς. Από την πρώτη στιγμή που οι Ευρωπαίοι πάτησαν το πόδι του στο Νέο Κόσμο, το Μανχάταν τράβηξε την προσοχή τους. Είδαν ένα τεράστιο λιμάνι, φυσικά προστατευμένο από τις θύελλες του βόρειου Ατλαντικού, αλλά και από κάθε επίδοξο εισβολέα, χωρίς ακραίες καιρικές συνθήκες και με πρόσβαση στο εσωτερικό της αμερικανικής ηπείρου, μέσω του ποταμού Χάντσον.
Το 1624 η ολλανδική εταιρία Dutch West India Company ίδρυσε στο νότιο τμήμα του νησιού το Νέο Άμστερνταμ, ως ένα σταθμό εμπορικών συναλλαγών. 
Δύο χρόνια αργότερα, έφτασε στην περιοχή ως νέος κυβερνήτης ο Πίτερ Μίνουιτ και η πρώτη ενέργειά του ήταν να αγοράσει το Μανχάταν από τους Ινδιάνους, στις 24 Μαΐου. Ως αντάλλαγμα, προσέφερε εμπορεύματα, αξίας 60 φιορινιών (24 δολαρίων). 
Το γεγονός μας είναι γνωστό από μία επιστολή προς τη διοίκηση της ολλανδικής εταιρίας. Συχνά, τα εμπορεύματα προσδιορίζονται ως μπρελόκ, χάντρες και άλλα φανταχτερά μπιχλιμπίδια, αυτό όμως μπορεί και να μην είναι ακριβές, αλλά να οφείλεται στη φαντασία των συγγραφέων του 19ου αιώνα. Σύμφωνα με τα στοιχεία μίας άλλης αγοραπωλησίας, του νησιού Στάτεν, στην οποία συμμετείχε επίσης ο Μίνουιτ, ως αντάλλαγμα δόθηκαν πανωφόρια, κατσαρόλες, τσεκούρια, φτυάρια, βελόνες και άλλα αγαθά.
Σύμφωνα, πάντως, με τους σύγχρονους ερευνητές, οι ιθαγενείς πρέπει να αγνοούσαν την έννοια της μόνιμης ιδιοκτησίας γης, δεδομένου ότι κινούνταν διαρκώς... 
Δημιουργούσαν καταυλισμούς όπου έβρισκαν τροφή και όταν η εποχή άλλαζε εγκατέλειπαν την περιοχή. Όταν συμφώνησαν στην πώληση του Μανχάταν, στην καλύτερη περίπτωση -λένε οι ιστορικοί- θεώρησαν ότι παραχωρούσαν τα δικαιώματα κυνηγιού και αλιείας στους Ολλανδούς, οι οποίοι με τη σειρά τους κάποια στιγμή θα έφευγαν, όπως έκαναν οι ίδιοι”. 
~~~~~~
Πρώτα απ' όλα συγχαρητήρια στους Ινδιάνους για το εμπορικό τους δαιμόνιο. Πούλησαν ένα υπέροχο νησί 59.100 στεμμάτων, στρατηγικής σημασίας, για 24 $.
Σήμερα μόνο μια νύχτα στο Μανχάταν σ' ένα ενοικιαζόμενο δωμάτιο, κοστίζει τα τριπλά. Ο αρχηγός τους θα ήταν κάποιος σαν τους δικούς μας κηφήνες, που θα πανηγύριζε για τους “ξένους επενδυτές”.
Υπάρχουν βέβαια και πολύ χειρότερα, καθώς ξεπουλάμε ολόκληρη την Ελλάδα για το τίποτα και χρωστάμε από πάνω! Ποιοι λοιπόν είναι τα μεγαλύτερα κορόιδα της Παγκοσμίου Ιστορίας;
Επιτέλους, ήρθαμε πρώτοι σε κάτι. Νιώθω ήδη μια εθνική υπερηφάνεια, ανάμικτη με το τσούξιμο από τα μέτρα σωτηρίας υπέρ του ανώνυμου τοκογλύφου.
Σαν προχθες μου φαίνεται, που ο ΓΑΠ έλεγε “θα μας πάρουν με τις πέτρες” και φτάσαμε να καταδικάζεται το γιαουρτάκι, αντί οι κλέφτες και οι απατεώνες που μας χρεοκόπησαν.
Οι Ινδιάνοι σχεδόν εξαφανίστηκαν από τις σφαγές των πολιτισμένων Ευρωπαίων (1*), εμείς όμως δεν πρόκειται, καθώς ως γνωστό “η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει”, γιατί πολύ απλά ποτέ δεν έζησε.
Για την ιστορία το Μανχάταν ανταλλάχθηκε με κάποιο άλλο νησί κι έτσι οι Ολλανδοί πιάστηκαν με τη σειρά τους κορόιδα από τους Εγγλέζους. Βέβαια όταν έκαναν την ανταλλαγή το νησί “Ραν” τους έδινε ένα προσωρινό μονοπώλιο στο πανάκριβο μοσχοκάρυδο, για το οποίο κατάσφαξαν τους ντόπιους.
Η Νέα Υόρκη, όπως μετονομάστηκε το Νέο Άμστερνταμ, ιδρύθηκε από φονιάδες και εκμεταλλευτές και πέρασε σε φονιάδες και εκμεταλλευτές. Όπως κι όλες οι Η.Π.Α. που άρπαξαν τα εδάφη των Ινδιάνων, είτε με την πονηριά, είτε, τις πιο πολλές φορές, με τη βία.
Προσφέροντας δημόσιο αγαθό για ένα κομμάτι ψωμί το μόνο που θα καταφέρουμε είναι να γελάνε μαζί μας οι επόμενες γενιές.
Αυτή η ιστορία είναι απάντηση από το παρελθόν για τις νεοφιλελέ λέρες, που κόπτονται για τέτοιου είδους επενδύσεις. 

___________
(1*) Το μεγαλύτερο ολοκαύτωμα της Ιστορίας με θύματα 100.000.0000 Ινδιάνους.
http://istorika-ntokoumenta.blogspot.gr/…/04/1000000000.html
______
http://tsak-giorgis.blogspot.gr/2018/05/blog-post_59.html

Τρίτη, 22 Μαΐου 2018

Στις 23 Ιουνίου 2018, στην πόλη Τρίνινταντ θα γίνουν τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του μεγάλου συνδικαλιστή ηγέτη, του Έλληνα Ηλία Σπαντιδάκη (Λούης Τίκας),

          Ένα άγαλμα για τον Λούη Τίκα στις ΗΠΑ       

Στις 23 Ιουνίου 2018, στην πόλη Τρίνινταντ της Πολιτείας Κολοράντο των ΗΠΑ, έχει προγραμματιστεί να γίνουν τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του μεγάλου συνδικαλιστή ηγέτη, του Έλληνα Ηλία Σπαντιδάκη (Λούης Τίκας), γράφει η ομογενειακή ιστοσελίδα Calami.us. 
O Λούης Τίκας δολοφονήθηκε από την Εθνοφυλακή του Κολοράντο, στη «σφαγή του Λάντλοου» 20 Απριλίου 1914, στη διάρκεια της μεγάλης εργατικής απεργίας στα ορυχεία Ροκφέλερ, στην περιοχή Λάντλοου, κοντά στην πόλη Τρίνιταντ, στα νότια της Πολιτείας.
Τα αποκαλυπτήρια θα συνοδευτούν από εκδηλώσεις, ενώ η ημέρα θα τιμηθεί με διακηρύξεις της Πολιτείας Κολοράντο και της Πόλης Ντένβερ. Έχει προσκληθεί να παραστεί και ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, Αλέξης Τσίπρας.
Ο ανδριάντας θα στηθεί με πρωτοβουλία του «Ιδρύματος Ελληνισμού Αμερικής», με τις χορηγίες Ομογενών. Η πόλη Τρίνιταντ δέχτηκε σχετικό αίτημα του Ιδρύματος, τον προηγούμενο χρόνο. Το Ίδρυμα, είχε πρωτοστατήσει και στην τοποθέτηση του ανδριάντα του «Δρ. Παπ» (Παπανικολάου), τον προηγούμενο χρόνο, στο πανεπιστήμιο του Μαϊάμι, Φλόριδα. 
Όπως δηλώνει ο πρόεδρος του Ιδρύματος, Μιχάλης Σέρβος, «ήταν υποχρέωση του Ελληνισμού Αμερικής να τιμήσει τον μεγάλο ήρωα συνδικαλιστή, σύμβολο των συνδικαλιστικών αγώνων στις ΗΠΑ».

Η ζωή του ήρωα συνδικαλιστή

Ο Λούης Τίκας (1886-1914) γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Ρέθυμνο της Κρήτης. Τον χρόνο 1906 σε ηλικία 20 χρονών μετανάστευσε στις ΗΠΑ και από την Νέα Υόρκη, όπου πρωτοέφτασε, κατάληξε στο νότιο Κολοράντο, για να εργαστεί στα ορυχεία. Τον χρόνο 1910 έγινε Αμερικανός πολίτης και λειτούργησε καφενείο στην πόλη Ντένβερ, στην οποίαν τότε ζούσαν περίπου 240 Έλληνες, με κέντρο την οδό «Μάρκετ» γνωστή ως «Greek Town». Oι περισσότεροι Έλληνες, ήταν εργάτες στα ορυχεία.
Ο Τίκας, έγινε μέλος της συνδικαλιστικής Ένωσης των «Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου» (Wobblies). Εργάστηκε στα ορυχεία στην περιοχή Πουέμπλο. Αναδείχτηκε σε ηγετική μορφή ανάμεσα στους συμπατριώτες του, επειδή μιλούσε καλύτερα αγγλικά απ’ οποιονδήποτε άλλον και έστελνε τα εμβάσματα στην Ελλάδα για λογαριασμό των συμπατριωτών του, που δεν ήξεραν πώς να φερθούν στο ταχυδρομείο και στην τράπεζα.
Οι φωτογραφίες της συλλογής Ντολντ, που υπάρχουν στην πολιτειακή βιβλιοθήκη του Ντένβερ, δείχνουν τον Τίκα ως έναν Αμερικανό πολίτη χωρίς μουστάκι -κάτι ασυνήθιστο για την κρητική κοινότητα- που δεν θα ξεχώριζε από έναν ντόπιο.
Την εποχή που ο Λούης Τίκας έφτασε στο Ντένβερ, το μεγάλο αφεντικό ήταν ο Λεωνίδας Σκλήρης, από τη Σπάρτη, ένα είδος εργατοπατέρα που έλεγχε τους Έλληνες εργάτες, όχι μόνο στο Κολοράντο αλλά στην Γιούτα και στην Νεβάδα. Τους εύρισκε δουλειά στα ορυχεία με συνθήκες μεσαιωνικές και αμοιβές χειρότερες από των άλλων εθνοτήτων. Οι «Έλληνες του Σκλήρη» εργάζονταν για $ 1,75 την ημέρα, ενώ οι Γερμανοί και οι Ουαλοί έπαιρναν $ 2,50. Η κατάσταση στα ορυχεία ήταν μεσαιωνική. Από 1910 ίσαμε 1913, συνολικά 618 ανθρακωρύχοι είχαν χάσει τη ζωή τους σε εργατικά ατυχήματα. Τα ημερομίσθια ήταν τόσο χαμηλά, ώστε πολλές οικογένειες ικανοποιούνταν με τις «αποζημιώσεις θανάτου» που έφταναν τα εφτακόσια δολάρια (χώρια το φέρετρο των είκοσι δολαρίων). Ανάμεσά τους δούλευαν 350 περίπου Έλληνες. Η δουλειά τους ήταν πολύ σκληρή, με αποτέλεσμα σε δύο χρόνια να υπάρχουν 13 θάνατοι Ελλήνων και πολλοί τραυματισμοί.
Το 1912, ο Λούης Τίκας εγκατέλειψε το καφενείο. Τον Νοέμβριο του 1912 βρισκόταν στα ορυχεία του Φρέντερικ στο Κολοράντο, που ήταν σκλαβοπάζαρα. Στις 19 Νοεμβρίου ήταν επικεφαλής των 63 Ελλήνων που κατέβηκαν σε απεργία. Τότε αναδείχτηκε η ηγετική κορφή του συνδικαλιστή Τίκα, με αποτέλεσμα να κερδίσει την εμπιστοσύνη των συμπατριωτών του, που αναζητούσαν τρόπους να απαλλαγούν από εργατοπατέρες τύπου «Σκλήρη». Στην διάρκεια αυτής της απεργίας, συνέβησαν πολλά: Όργιο εγκάθετων, «προβοκάτσιες» (μπήκε φωτιά στο κτίριο δίπλα στο πηγάδι του ορυχείου), συλλήψεις και φυλακίσεις. Ο Λούης Τίκας δεν ανεχόταν την εκμετάλλευση και την αδικία. Ήρθε σε επαφή με την «Ένωση Ανθρακωρύχων Αμερικής» (United Mine Workers of America), άρχισε να περιοδεύει στις ανθρακοφόρες περιοχές του Ντένβερ και του Πουέμπλο και να συγκεντρώνει στατιστικά στοιχεία για ατυχήματα και τραυματισμούς την περίοδο 1912-13. Επίσης, για την πολιτική των εταιριών και τη συμπεριφορά των υπευθύνων. Ενημερώνει πως αν οι συνθήκες δεν αλλάξουν θα ξεκινήσει ''βιομηχανικός πόλεμος'', όπως τον ονομάζει.
Ο Τίκας, σύντομα αποκτά την εμπιστοσύνη των εργαζομένων και εξελίσσεται σε ηγετική μορφή. Ο «Λούης ο Έλληνας» (Louis the Greek) ή ο «Λίο ο Κρητικός» (Leo the Cretan), όπως τον αποκαλούσαν, έγινε θρύλος. Όμως, οι εταιρίες που ανήκαν κυρίως στον Τζον Ροκφέλερ, δεν υποχωρούν, αλλά καιροφυλακτούν για να τον πλήξουν.

Η αιματηρή απεργία

Στις 23 Σεπτεμβρίου 1913 ξεκινά η μεγάλη απεργία στην πόλη Λάντλοου (Laddlow ή Ludlow), όπου υπήρχαν 13.000 ανθρακωρύχοι. Στις αρχές της απεργίας, η εταιρεία για να την καταπνίξει προέβη σε έξωση των απεργών από τα οικήματα στα οποία τους στέγαζε και προσέλαβε απεργοσπάστες. Οι απεργοί δεν πτοήθηκαν. Έστησαν σκηνές στην περιοχή σε στρατηγικό σημείο, ώστε να εμποδίζουν τους απεργοσπάστες να μπουν στα ορυχεία. Τον Οκτώβριο, ο καταυλισμός των απεργών λειτουργούσε σαν πόλη: πεντακόσιοι άνδρες, τριακόσιες πενήντα γυναίκες, τετρακόσια πενήντα παιδιά, ελληνικός φούρνος, ελληνικό καφενείο.
Η εταιρεία ζήτησε την παρέμβαση της εθνοφρουράς και ο κυβερνήτης του Κολοράντο συμφώνησε. Οι συγκρούσεις ήταν βιαιότατες. Τότε η οικογένεια Ροκφέλερ υπέβαλε το αίτημα να ντυθούν με στολές της εθνοφρουράς δικά της, έμπιστα πρόσωπα, αποφασισμένα αν χρειαστεί να ρίξουν στο ψαχνό. Ο κυβερνήτης το αποδέχθηκε και αυτό. Αλλά οι απεργοί δεν υποχώρησαν - ακόμη και όταν οι Ροκφέλερ έστειλαν ένα θωρακισμένο αυτοκίνητο το οποίο έφερε πολυβόλο και οι εθνοφρουροί το αποκαλούσαν Death Special.
Ήταν φανερό ότι στις 20 Απριλίου 1914 η εθνοφρουρά θα εισέβαλε και θα εκκένωνε τον καταυλισμό των απεργών. Ήταν Δευτέρα του Πάσχα και οι περισσότεροι κοιμούνταν αφού την προηγούμενη γιόρταζαν το ελληνικό Πάσχα. Οι πιστολάδες της εταιρίας απαίτησαν από τον Λούη Τίκα να τους παραδώσει δύο Ιταλούς συνδικαλιστές. Ο Τίκας ζήτησε ένταλμα σύλληψης αλλά τέτοιο πράγμα δεν υπήρχε και ο Τίκας αρνήθηκε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση.
Λίγο αργότερα έπεσε η πρώτη βολή: μερικοί από τους απεργούς ήταν οπλισμένοι. Το Κολοράντο αποτελούσε μέρος της Άγριας Δύσης. Ακολούθησε μάχη χαρακωμάτων ενώ οι γυναίκες και τα παιδιά έτρεξαν να σωθούν στους γύρω λόφους. Σύμφωνα με την μαρτυρία της Μαίρη Χάρρις, γνωστής και ως Mother Jones, πάνω από σαράντα άτομα σκοτώθηκαν από σφαίρες και από ασφυξία, ενώ ένα αγοράκι δέχτηκε μια σφαίρα στο κεφάλι καθώς προσπαθούσε να σώσει το γατάκι του. Σύμφωνα με την Mother Jones οι πιστολάδες είχαν καταναλώσει πολύ ουίσκι από το κοντινό σαλούν και βρίσκονταν σε έξαλλη κατάσταση. Τα επεισόδιο, που αποτελεί μαύρη σελίδα στην ιστορία των ΗΠΑ, ονομάστηκε «σφαγή του Λάντλοου».
Ο Τίκας με απαράμιλλο θάρρος, ζήτησε να δει τον επικεφαλής της εθνοφρουράς, λοχαγό Καρλ Λίντερφελντ (Karl Linderfeld) κρατώντας λευκή σημαία. Οι δυο τους συναντήθηκαν στο λόφο και μίλησαν για λίγο. Έπειτα οι αυτόπτες μάρτυρες είπαν ότι ο αξιωματούχος χτύπησε με πρωτοφανή αγριότητα τον Τίκα στο κεφάλι με την καραμπίνα του. Η καραμπίνα έσπασε στα δύο όπως και το κρανίο του Τίκα. Οι εθνοφρουροί βάλθηκαν να πυροβολούν το άψυχο σώμα. Ευθύς αμέσως εισέβαλαν στον καταυλισμό, ρίχνοντας αδιακρίτως εναντίον οτιδήποτε κουνιόταν. Έδιωξαν τους απεργούς, σκότωσαν 18 άτομα, 10 εκ των οποίων ήταν παιδιά από τριών μηνών, ίσαμε 11 χρονών και έκαψαν τις σκηνές τους. Όταν οι απεργοί ξαναμπήκαν μερικές ημέρες αργότερα στον καταυλισμό, βρήκαν το πτώμα του Τίκα. Η κηδεία του έγινε στις 27 Απριλίου 1914 και την νεκρώσιμη πομπή ακολούθησαν χιλιάδες εργάτες.
Οι συγκρούσεις τερματίστηκαν μόνον όταν ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Γούντρο Γουίλσον, έστειλε μονάδες του ομοσπονδιακού στρατού στην περιοχή. Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, σκοτώθηκαν συνολικά 69 άτομα. Στον θλιβερό απολογισμό θα πρέπει να προσθέσουμε και τα εξής: 400 απεργοί συνελήφθησαν, 332 από αυτούς παραπέμφθηκαν για φόνο και μόνο ένας, ο Τζον Λόουσον, καταδικάστηκε αλλά το Ανώτατο Δικαστήριο του Κολοράντο αργότερα τον αθώωσε. Από την εθνοφρουρά παραπέμφθηκαν 22 άτομα - ανάμεσά τους και δέκα αξιωματικοί - και σε μια παρωδία δίκης, που ως τέτοια διδάσκεται σήμερα σε διάφορες πανεπιστημιακές σχολές, αθωώθηκαν όλοι, πλην του λοχαγού Λίντερφελντ, ο οποίος δολοφόνησε τον Τίκα. Όμως, η ποινή που του επιβλήθηκε ήταν απλή πειθαρχική επίπληξη.
Σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τα γεγονότα του Λάντλοου, διάφοροι μεταρρυθμιστές και σοσιαλιστές οργάνωσαν πικετοφορίες σ’ όλη τη χώρα. Ο συγγραφέας Άπτον Σίνκλαιρ (που αργότερα έγραψε το μυθιστόρημα «King Coal») στήθηκε επί μέρες έξω από τα γραφεία του Ροκφέλερ στη Νέα Υόρκη σε σιωπηλή διαδήλωση. Στο Σικάγο πραγματοποιήθηκε μεγάλη διαδήλωση με πρωτοβουλία της εφημερίδας "Masses". Ο Σίνκλαιρ και ο προοδευτικός δικαστής του Ντένβερ, Μπ. Μπ. Λίντσεϊ, ταξίδεψαν μαζί με γυναίκες απεργών σ’ όλη την Αμερική μιλώντας σε συγκεντρώσεις για την σφαγή του Λάντλοου.
Το χρονικό της απεργίας δεν γράφτηκε ποτέ. Είχε σχεδόν ξεχαστεί, ώσπου το 1944 ο τραγουδιστής Γούντι Γκάθρι έγραψε ένα τραγούδι με τίτλο «The Ludlow Massacre». Το τραγούδι ακουγόταν συχνά στις διαδηλώσεις της δεκαετίας του ’60. Ο ποιητής Ντέιβιντ Μέισον έγραψε ένα ποιητικό μυθιστόρημα 4.800 στίχων με τίτλο: "Ποιος ήταν ο Λούης Τίκας", όπου περιγράφεται η ζωή του Έλληνα πρωταγωνιστή του αμερικανικού εργατικού κινήματος.
Την ζωή του Τίκα επανέφερε στο προσκήνιο ο Ελληνοαμερικανός συγγραφέας Ζήσης Παπανικόλας (1991), γράφοντας την βιογραφία του σε ένα βιβλίο. Τον χρόνο 2001 ο Αμερικανός τραγουδοποιός Φρανκ Μάνινγκ (Frank Manning) στηριγμένος στις αναμνήσεις του παππού του που συμμετείχε στην απεργία του Λάντλοου, έγραψε το τραγούδι «Λούης Τίκας», που βραβεύτηκε στο διαγωνισμό «Γούντι Γκάθρι». Το τραγούδησε στις ετήσιες εκδηλώσεις που διοργανώνονται στο Λάντλοου από την Ένωση Ανθρακωρύχων και το 2007 το τραγούδησε και στην Ελλάδα.
Σήμερα το Λάντλοου είναι μια πόλη - φάντασμα. Στον χώρο της σφαγής, στην περιοχή Τρίνινταντ, έχει στηθεί μεγαλοπρεπές μνημείο από γρανίτη στη μνήμη των θυμάτων. Εκεί υπάρχει και ο τάφος του γενναίου Λούη Τίκα. Στο Ρέθυμνο, τόπος καταγωγής του, προς τιμήν του, υπάρχει οδός Ηλία Σπαντιδάκη και προτομή του.
Τον 2013 η δημοσιογράφος Λαμπρινή Θωμά και ο σκηνοθέτης Νίκος Βεντούρας γύρισαν το ντοκιμαντέρ ''Παλικάρι'' (Ο Λούης Τίκας και η σφαγή του Λάντλοου). «Αποστόλης Μπερδεμπές» είναι το όνομα της ομάδας που γύρισε το ντοκιμαντέρ ''Ludlow, oι Έλληνες στους Πολέμους του Άνθρακα'' και η οποία έχει στο ενεργητικό της το γνωστό ντοκιμαντέρ ''Ταξισυνειδησία'' (2013). Ο Αποστόλης Μπερδεμπές ήταν ένας αγωνιστής της ελληνικής παροικίας της Νέας Υόρκης στα χρόνια της χούντας, ένας αγνός και πρωτοπόρος άνθρωπος, που πέθανε πολύ νέος, μία ημέρα πριν κλείσει τα 31 του χρόνια. Οι συντελεστές της ταινίας είναι οι Λεωνίδας Βαρδαρός (σκηνοθεσία), Προκόπης Δάφνος (διευθυντής φωτογραφίας), Ρήγας Αξελός (αφήγηση), Ξενοφώντας Βαρδαρός (μοντάζ και μουσικές επιλογές, Ανδρέας Γκόβας (ηχολήπτης) και Φρόσω Τσούκα (έρευνα).

_______
Πηγή: ΑΠΕ - ΜΠΕ